Υπάρχουν δικαστικές κινήσεις που περνούν «στα ψιλά», μέχρι να φανεί τι πραγματικά κουβαλούν. Και υπάρχουν κινήσεις που, αν επιβεβαιωθούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο, μπορούν να ανατρέψουν ένα ολόκληρο μοντέλο. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται η προδικαστική παραπομπή του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ένα ερώτημα που μοιάζει τεχνικό, αλλά είναι πολιτικά και κοινωνικά εκρηκτικό:
Έχουν τα funds την ιδιότητα “χρηματοπιστωτικού ιδρύματος”;
Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε ανοίγει μια ρωγμή στο πιο προστατευμένο τμήμα της μεταμνημονιακής πραγματικότητας: εκεί όπου χιλιάδες δανειολήπτες αντιμετωπίζονται σαν να βρίσκονται απέναντι σε τράπεζα, ενώ στην πράξη βρίσκονται απέναντι σε έναν τρίτο αγοραστή απαιτήσεων, με διαφορετικό ρίσκο, διαφορετική λειτουργία, διαφορετικό σκοπό.
Γιατί έχει σημασία η «ταμπέλα»
Η ιδιότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος δεν είναι απλώς ένας νομικός τίτλος. Είναι κλειδί προνομίων. Είναι η βάση για ειδική μεταχείριση, για πρόσβαση σε μηχανισμούς, για διαφορετική αξιολόγηση των αξιώσεων, για ένα πλαίσιο που χτίστηκε ιστορικά γύρω από τις τράπεζες, ακριβώς επειδή οι τράπεζες υπόκεινται σε συγκεκριμένη εποπτεία, κεφαλαιακές απαιτήσεις και κανόνες.
Τα funds όμως δεν είναι τράπεζες. Δεν λειτουργούν ως τράπεζες. Δεν έχουν το ίδιο κανονιστικό φορτίο. Και γι’ αυτό το ερώτημα είναι κομβικό: μπορεί ένα fund να απολαμβάνει πρακτικά συμπεριφορά “τράπεζας” χωρίς να είναι τράπεζα;
Η απάντηση του ΔΕΕ μπορεί να ξεκαθαρίσει αν το σημερινό καθεστώς στηρίζεται σε πραγματική ευρωπαϊκή συμβατότητα ή σε μια «εθνική κατασκευή» που βαφτίζει το ιδιωτικό συμφέρον ως δήθεν χρηματοπιστωτική αναγκαιότητα.
Τι αγγίζει άμεσα: ανατοκισμοί και εκκαθαρίσεις
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Η αγορά απαιτήσεων και η διαχείρισή τους δεν είναι ουδέτερη λογιστική πράξη. Πίσω από τους φακέλους υπάρχουν:
- ανατοκισμοί,
- επιβαρύνσεις,
- κεφαλαιοποιήσεις,
- εκκαθαρίσεις οφειλών που παρουσιάζονται ως τελειωμένες και αδιαμφισβήτητες.
Αν όμως ένα fund δεν θεωρείται χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, τότε μπαίνει στο τραπέζι ένα δυσάρεστο ερώτημα για εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως «ισχυρός δανειστής»:
Με ποια θεσμική βάση διεκδικεί τα ίδια πλεονεκτήματα που έχει μια τράπεζα;
Και ακόμη πιο πρακτικά:
Είναι οι αξιώσεις του “καθαρές” και “εκκαθαρισμένες” ή είναι αμφισβητούμενες;
Διότι σε ένα κράτος δικαίου, πλειστηριασμός χωρίς καθαρή, νόμιμη και πλήρως τεκμηριωμένη οφειλή δεν είναι «διαδικασία». Είναι κίνδυνος αυθαιρεσίας.
Πλειστηριασμοί: το πραγματικό διακύβευμα
Ας ειπωθεί καθαρά: ο δημόσιος διάλογος δεν θα ανάψει επειδή ένα δικαστήριο έστειλε ένα ερώτημα στο Λουξεμβούργο. Θα ανάψει επειδή το ερώτημα αυτό αγγίζει τον πυρήνα της καθημερινής αγωνίας: το σπίτι, την περιουσία, την επαγγελματική στέγη.
Αν η ευρωπαϊκή κρίση οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα funds δεν δικαιούνται να πατούν πάνω σε τραπεζικά προνόμια, τότε τίθεται εύλογα ζήτημα:
- αναστολής πλειστηριασμών σε υποθέσεις όπου η θεμελίωση της απαίτησης στηρίζεται σε αυτό το καθεστώς,
- επανελέγχου των υπολογισμών οφειλής,
- επαναξιολόγησης του κατά πόσο μια απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη ή χρειάζεται πλήρη δικαστική διάγνωση.
Προσοχή: αυτό δεν σημαίνει ότι «σταματούν όλα» αυτομάτως. Σημαίνει όμως ότι δημιουργείται σοβαρό επιχείρημα πως, μέχρι να απαντήσει το ΔΕΕ, τα δικαστήρια οφείλουν να βλέπουν με μεγαλύτερη αυστηρότητα τα αιτήματα εκτέλεσης, ώστε να μη δημιουργηθούν τετελεσμένα που μετά δεν ανατρέπονται.
Τι σημαίνει για τους δανειολήπτες – και τι για το σύστημα
Για τους πολίτες, είναι μια πιθανή ανάσα: όχι επειδή «χαρίζονται» χρέη, αλλά επειδή μπαίνει ξανά στο κέντρο η αρχή ότι η απαίτηση πρέπει να είναι νόμιμη, αποδεικτή και καθαρή.
Για το σύστημα, είναι ένα τεστ ωριμότητας:
Θα στηριχθεί η οικονομική «σταθερότητα» πάνω σε κανόνες διαφάνειας και ισονομίας ή πάνω σε μια μόνιμη εξαίρεση υπέρ όσων αγόρασαν απαιτήσεις σε τιμές ευκαιρίας και τώρα τις διεκδικούν ως “αδιαμφισβήτητες”;
Το συμπέρασμα
Η προδικαστική παραπομπή δεν είναι σύνθημα και δεν είναι «πολιτική αφίσα». Είναι ένας μηχανισμός που μπορεί να παράξει δεσμευτική ερμηνεία ευρωπαϊκού δικαίου και να βάλει τέλος σε γκρίζες ζώνες. Και γι’ αυτό έχει σημασία.
Αν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πει ότι τα funds δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τότε ένα πράγμα γίνεται αδύνατο να συνεχίσει όπως πριν:
να αντιμετωπίζονται σαν τράπεζες, χωρίς να είναι τράπεζες.
Και όταν πέφτει αυτή η μάσκα, μένει το ερώτημα που καίει:
Πόσες εκτελέσεις, πόσοι ανατοκισμοί και πόσοι πλειστηριασμοί στηρίχθηκαν σε μια ιδιότητα που τελικά δεν υπήρχε;

