Όταν το πλιάτσικο της αγοράς βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η κοινωνία καλείται να το χειροκροτήσει
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική και η οικονομική προπαγάνδα ξεγυμνώνονται τόσο ωμά, ώστε δεν χρειάζεται καν αποκωδικοποίηση. Χρειάζεται μόνο να πεις τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν, μέσα στη δίνη της ακρίβειας, της ενεργειακής εξάντλησης και της κοινωνικής ασφυξίας, εμφανίζονται πρόθυμοι απολογητές για να εξηγήσουν γιατί οι ανατιμήσεις είναι σχεδόν… φυσικό φαινόμενο, δεν έχουμε μπροστά μας ανάλυση. Έχουμε ιδεολογική κάλυψη της λεηλασίας.
Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει: η αισχροκέρδεια δεν αρνείται πια την ύπαρξή της. Απλώς αλλάζει λεξιλόγιο. Φοράει κοστούμι, μιλά για «κόστος αντικατάστασης», για «λειτουργία της αγοράς», για «στρεβλές κρατικές παρεμβάσεις» και απαιτεί από τον πολίτη όχι μόνο να πληρώσει, αλλά και να νιώσει ενοχές αν διαμαρτύρεται. Αυτή είναι η αισχροπολιτική στην πιο καθαρή και αηδιαστική μορφή της.
Η αρπαγή του εισοδήματος βαφτίζεται οικονομική επιστήμη
Το πρώτο κόλπο είναι γνωστό:
δεν πληρώνεις, λένε, αυτό που κόστισε το προϊόν όταν μπήκε στο ράφι. Πληρώνεις αυτό που ίσως κοστίσει αύριο. Δηλαδή πληρώνεις εκ των προτέρων τον φόβο, την αβεβαιότητα, την κερδοσκοπική πρόβλεψη, την επόμενη κρίση, τον επόμενο πόλεμο, το επόμενο αφήγημα.
Με άλλα λόγια, ο πολίτης δεν αγοράζει μόνο ψωμί, γάλα, καύσιμα ή βασικά αγαθά. Αγοράζει και την απληστία του συστήματος που προεξοφλεί πάνω στο δικό του πορτοφόλι κάθε πιθανή διαταραχή.
Και βέβαια η «αγορά» δουλεύει με εξαιρετική ταχύτητα μόνο όταν πρόκειται να βάλει φωτιά στις τιμές.
Όταν όμως πέφτουν τα κόστη, όταν υποχωρούν πιέσεις, όταν εξομαλύνονται αλυσίδες εφοδιασμού, τότε η ίδια αγορά παθαίνει ξαφνική παράλυση.
Εκεί ο “ρεαλισμός” εξαφανίζεται.
Εκεί το χέρι που αρπάζει γίνεται χέρι που ξεχνά να επιστρέψει.
Το μεγάλο ψέμα: ότι ο έλεγχος σκοτώνει την αγορά, ενώ η ασυδοσία τη σώζει
Το δεύτερο ψέμα είναι ακόμα πιο χυδαίο:
ότι όποιος ζητά έλεγχο, πλαφόν, εποπτεία, παρέμβαση ή φρένο στην κερδοσκοπία είναι περίπου οικονομικός αναλφάβητος ή εχθρός της ελευθερίας.
Ποιας ελευθερίας ακριβώς;
Της ελευθερίας των λίγων να ξεζουμίζουν τους πολλούς;
Της ελευθερίας των αλυσίδων, των ολιγοπωλίων και των ισχυρών παικτών να μετατρέπουν κάθε διεθνή κρίση σε ευκαιρία νέας επιδρομής στο λαϊκό εισόδημα;
Ας τελειώνουμε με το παραμύθι.
Δεν ζούμε σε ουδέτερη, αγνή, αυτορυθμιζόμενη αγορά σχολικού εγχειριδίου.
Ζούμε σε ένα πεδίο δύναμης όπου ο καταναλωτής είναι αδύναμος, ο μικρός επαγγελματίας συνθλίβεται και οι μεγάλοι παίκτες επιβάλλουν όρους.
Άρα όποιος υπερασπίζεται την πλήρη απορρύθμιση δεν υπερασπίζεται την οικονομία.
Υπερασπίζεται τη ζούγκλα.
Και στη ζούγκλα δεν επιβιώνει ο πιο άξιος. Επιβιώνει ο πιο αρπακτικός.
Η πιο βρόμικη δουλειά: να παρουσιάζεις τον ληστεμένο ως υπερβολικό
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αθλιότητα.
Δεν αρκεί που ο πολίτης πληρώνει ακριβά το ρεύμα, το καύσιμο, τα τρόφιμα, τα βασικά. Δεν αρκεί που βλέπει τον μισθό να τελειώνει στις 15 του μήνα. Πρέπει τώρα να ακούσει και κήρυγμα. Να του πουν ότι δεν καταλαβαίνει, ότι φωνάζει χωρίς να ξέρει, ότι οι τιμές “έτσι λειτουργούν”.
Δηλαδή το θύμα πρέπει να σωπάσει για να μην προσβάλει την ιερότητα της αγοράς.
Ο εργαζόμενος να αποδεχθεί τη φτωχοποίησή του ως τεχνική αναγκαιότητα.
Η οικογένεια να κόψει από το τραπέζι της και να το πει “προσαρμογή”.
Ο συνταξιούχος να μετρά τα κέρματα και να ευχαριστεί κιόλας που του εξηγούν επιστημονικά γιατί τον γδύνουν.
Αυτό δεν είναι απλώς κυνισμός.
Είναι ηθική σήψη.
Είναι η στιγμή που η πολιτική υπεράσπιση της αγοράς μετατρέπεται σε δημόσια περιφρόνηση της κοινωνίας.
Να το πούμε χωρίς περιστροφές:
όποιος, μέσα σε συνθήκες κοινωνικής εξάντλησης, γίνεται απολογητής της ακρίβειας, δεν είναι ουδέτερος αναλυτής. Είναι πολιτικός ντίλερ της αισχροκέρδειας.
Όποιος βαφτίζει το πλιάτσικο “οικονομικό νόμο”, δεν περιγράφει την πραγματικότητα — τη νομιμοποιεί.
Όποιος ζητά από τον πολίτη να δεχθεί τη λεηλασία ως φυσική τάξη πραγμάτων, δεν υπηρετεί την αλήθεια. Υπηρετεί την ισχύ.
Και ας μην κρυβόμαστε άλλο πίσω από λέξεις.
Όταν η κοινωνία γονατίζει και κάποιοι υπερασπίζονται το δικαίωμα της αγοράς να της βάζει το χέρι όλο και πιο βαθιά στην τσέπη, δεν έχουμε μπροστά μας φιλελευθερισμό.
Έχουμε κανονική, ωμή, ταξική βαρβαρότητα.
Με κοστούμι. Με αρθρογραφία. Και με θράσος.

