Η νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται και μαζί της επιστρέφει όλη η σαπίλα ενός πολιτικού συστήματος που έμαθε να ζει από τα ρουσφέτια, να αναπαράγεται μέσα από τους μηχανισμούς του κράτους και να παριστάνει τον ανήξερο μόνο όταν ανοίγουν οι φάκελοι. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν ευθύνες. Το ερώτημα είναι πόσο μακριά φτάνει η δυσωδία και πόσοι θα σπεύσουν να κρυφτούν πίσω από τη γνωστή αθλιότητα του «όλοι τα ίδια κάνουν».
Κι αν τελικά στη δικογραφία υπάρχουν ονόματα και από άλλα κόμματα, τότε για την κυβέρνηση αυτό δεν θα είναι πρόβλημα. Θα είναι δώρο. Θα είναι η χρυσή ευκαιρία να ξεπλύνει το δικό της βούρκο μέσα σε μια γενικευμένη λάσπη. Να βαφτίσει ένα γαλάζιο σκάνδαλο «διαχρονική πολιτική παθογένεια». Να πει στον κόσμο ότι δεν φταίει κανείς συγκεκριμένα, άρα δεν φταίει κανείς πραγματικά. Αυτή είναι η μεγάλη απάτη του συστήματος: όταν στριμώχνεται, δεν απολογείται — μοιράζει τη σαπίλα για να τη νομιμοποιήσει.
Το πολιτικό παιχνίδι που θα στηθεί γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα είναι παιχνίδι αλήθειας. Θα είναι παιχνίδι συμψηφισμού, θολούρας και βολικών διαρροών. Θα πεταχτούν ονόματα, θα στηθούν γραμμές άμυνας, θα ενεργοποιηθούν πρόθυμοι μηχανισμοί και στο τέλος θα γίνει η γνωστή απόπειρα μετατροπής του σκανδάλου σε κάτι περίπου φυσιολογικό. Σαν να είναι οι πελατειακές εξυπηρετήσεις εθνικό έθιμο. Σαν να είναι η διανομή προνομίων κάτι που «πάντα συνέβαινε». Σαν να πρέπει πάλι η κοινωνία να καταπιεί τη βρόμα και να κάνει ότι δεν τη μυρίζει.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ΝΔ βλέπει να ξεχωρίζουν δύο πρόσωπα που πατούν πάνω στην κρίση από διαφορετικές πλευρές. Ο Νίκος Δένδιας, με φόντο τον πόλεμο, τα εξοπλιστικά, τη γεωπολιτική ένταση και το προφίλ του «σοβαρού κρατικού παίκτη». Και ο Κυριάκος Πιερρακάκης, που εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που καλείται να μαζέψει την κοινωνική οργή πριν αυτή γίνει ανεξέλεγκτη. Ο ένας παίζει στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας, ο άλλος στο πεδίο της οικονομικής επιβίωσης. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, χτίζουν πολιτικό κεφάλαιο πάνω σε μια χώρα που πιέζεται από παντού.
Η ιστορία με την πρώτη κατοικία είναι χαρακτηριστική. Δεν πρόκειται για ευαισθησία. Δεν πρόκειται για ξαφνικό κοινωνικό ξύπνημα. Πρόκειται για φόβο. Για πανικό μπροστά στην πιθανότητα να ξαναφουσκώσει ένα κύμα ιδιωτικής ασφυξίας που θα τινάξει στον αέρα και τους αριθμούς και τις δήθεν βεβαιότητες. Όταν το οικονομικό επιτελείο σπεύδει να ανοίξει συζήτηση για προστασία της πρώτης κατοικίας, δεν το κάνει επειδή συγκινήθηκε από τα αδιέξοδα των νοικοκυριών. Το κάνει επειδή βλέπει το πρόβλημα να έρχεται κατά πάνω του. Βλέπει τα σύννεφα των νέων καθυστερήσεων, των νέων «κόκκινων» δανείων, της νέας κοινωνικής ασφυξίας και τρέχει να στήσει αναχώματα πριν αρχίσει η έκρηξη.
Κι ενώ η κυβέρνηση παλεύει να ελέγξει τη φθορά της, στον ΣΥΡΙΖΑ κάνουν πάλι αυτό που ξέρουν καλύτερα: αυτοκαταστροφή με εσωτερικούς κανονισμούς, πειθαρχικά και πολιτική ανωριμότητα. Η παραπομπή Ζαχαριάδη δεν είναι απλώς γραφική. Είναι μνημείο παρακμής. Είναι η απόδειξη ότι ένα κόμμα που δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει επιλέγει να δικάζει τον εαυτό του αντί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Παραπέμπουν τον εκπρόσωπο του κόμματος επειδή μίλησε θετικά για τον Τσίπρα, λες και το πρόβλημά τους είναι η φράση και όχι η διάλυση.
Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι πολύ πιο ωμό. Ο στόχος δεν είναι ο Ζαχαριάδης. Ο στόχος είναι ο Τσίπρας. Να πιεστεί. Να ξεκαθαρίσει. Να πει αν θέλει να επιστρέψει, αν θέλει να φτιάξει νέο φορέα, αν θέλει να πάρει μαζί του πρόσωπα, μηχανισμούς και απογοητευμένα στελέχη ή αν σκοπεύει να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να σαπίσει μόνος του. Η παραπομπή είναι μήνυμα πανικού. Είναι το κόμμα που βλέπει την πιθανότητα διάλυσης και αντί να πολιτευτεί, κάνει εσωτερικές δίκες για να εκβιάσει εξελίξεις.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο ΠΑΣΟΚ παίζεται το γνωστό θέατρο ευπρέπειας, πίσω από το οποίο σιγοβράζουν οι πιο παλιοί λογαριασμοί της ελληνικής πολιτικής. Ο Πάρις Κουκουλόπουλος δεν μίλησε τυχαία για Κοζάνη και Δυτική Μακεδονία μετά την εκλογή του στην αντιπροεδρία της Βουλής. Το μήνυμα ήταν καθαρό: «μη με θεωρείτε τελειωμένο». Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Στο ΠΑΣΟΚ οι τιμητικές θέσεις δεν είναι ποτέ μόνο τιμητικές. Είναι και προειδοποιήσεις, και πατήματα, και σημαίες εσωκομματικής συνέχειας.
Γιατί απέναντι υπάρχει η νέα γενιά των στελεχών που ανεβαίνουν, οι στενοί του προέδρου, οι επίδοξοι διάδοχοι σε περιφέρειες και μηχανισμούς. Η Όλγα Μαρκογιαννάκη δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο που ακούγεται. Είναι μέρος μιας επόμενης εσωκομματικής φουρνιάς που θέλει χώρο. Και ο Πάρις, με μια μόνο φράση, φρόντισε να θυμίσει ότι ο χώρος αυτός δεν παραδίδεται επειδή κάποιοι το σχεδίασαν στα κομματικά γραφεία. Στην ελληνική πολιτική, οι καριέρες δεν κλείνουν με χειροκροτήματα. Κλείνουν μόνο όταν αδειάσει πραγματικά το έδαφος. Και εδώ φαίνεται ότι το έδαφος κάθε άλλο παρά άδειο είναι.
Το ίδιο έργο παίζεται και στην Αρκαδία, με τις ισορροπίες μετά τον Κωνσταντινόπουλο, τον Γιαννακούρα, τους τοπικούς μηχανισμούς και τα υπόγεια βλέμματα προς ό,τι μπορεί να γεννηθεί το επόμενο διάστημα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Όπου υπάρχει ρευστότητα, υπάρχουν και επίδοξοι διασώστες. Όπου υπάρχει κενό, ξεπηδούν οι προσωπικές στρατηγικές. Και όπου υπάρχει φόβος για το αύριο, οι παλιοί κομματικοί λογαριασμοί ξανανοίγουν σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Η συνολική εικόνα είναι αηδιαστικά καθαρή. Μια κυβέρνηση που θέλει να πνίξει ένα σκάνδαλο σε μια λίμνη γενικευμένης βρομιάς. Ένα οικονομικό επιτελείο που τρέχει να προλάβει κοινωνική ανάφλεξη. Έναν ΣΥΡΙΖΑ που σπαράσσεται από τη γελοιότητα της ημι-διάλυσής του. Και ένα ΠΑΣΟΚ που πίσω από τις θεσμικές κορδέλες μετρά φιλοδοξίες, διαδοχές και υπόγειες αναμετρήσεις.
Αυτή δεν είναι εικόνα πολιτικής κανονικότητας. Είναι εικόνα συστήματος σε αποσύνθεση. Ενός συστήματος που δεν παράγει λύσεις, αλλά προσχήματα. Που δεν διορθώνει αδικίες, αλλά μεταθέτει το κόστος. Που δεν συγκρούεται με τη σαπίλα, αλλά τη μοιράζει ισόποσα για να επιβιώσει.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνει ξανά τι πραγματικά είναι το πολιτικό σύστημα: ένας μηχανισμός διανομής εξυπηρετήσεων, συγκάλυψης ευθυνών και ανακύκλωσης προσώπων. Ο Δένδιας και ο Πιερρακάκης μετρούν πόντους πάνω στην ανασφάλεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ καταρρέει κυνηγώντας τους ίσκιους του. Το ΠΑΣΟΚ μοιράζει τιμές ενώ ακονίζει διαδόχους. Και η κοινωνία; Πάλι θεατής στο ίδιο σάπιο έργο, με άλλους πρωταγωνιστές και ίδιο βούρκο.

