Πώς τα αρχεία του Τζορτζ Κάνινγκ φωτίζουν τη στροφή της βρετανικής πολιτικής το 1826 και εξηγούν γιατί το ελληνικό ζήτημα έπαψε να είναι μια “τοπική εξέγερση” και έγινε ευρωπαϊκό γεωπολιτικό πρόβλημα
Από την απόγνωση του Μεσολογγίου στη διεθνοποίηση του Αγώνα
Το 1826 ήταν η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση έμοιαζε να αγγίζει τα όριά της. Το Μεσολόγγι έπεφτε, ο Ιμπραήμ προέλαυνε, τα ελληνικά προπύργια λύγιζαν και στρατιωτικά όλα έδειχναν πως ο Αγώνας μπορούσε να χαθεί. Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή τη ζοφερή συγκυρία, γεννήθηκε η κρίσιμη στροφή που άλλαξε τα πάντα: η μετατροπή του ελληνικού ζητήματος από υπόθεση επαναστατημένων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μείζον διεθνές ζήτημα ισορροπίας δυνάμεων.
Οι Έλληνες δεν είχαν μόνο όπλα και θυσίες. Είχαν και κάτι άλλο: πολιτική επιμονή, ναυτική ευελιξία και ικανότητα να επιβάλουν το πρόβλημά τους στις ευρωπαϊκές αυλές. Το ελληνικό ναυτικό και η αποσταθεροποίηση του εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο υποχρέωναν τις Μεγάλες Δυνάμεις να πάψουν να κοιτούν αλλού.
Η βρετανική στροφή δεν ήταν φιλευσπλαχνία – ήταν γεωπολιτική
Τα αρχεία του Τζορτζ Κάνινγκ αποκαλύπτουν ότι η βρετανική μετατόπιση υπέρ μιας λύσης για την Ελλάδα δεν γεννήθηκε από ρομαντικό φιλελληνισμό, αλλά από ψυχρό στρατηγικό υπολογισμό. Ο Κάνινγκ δεν έβλεπε την Ελληνική Επανάσταση απλώς ως επαναστατική απειλή, όπως πολλοί συντηρητικοί της εποχής, αλλά ως εργαλείο αναδιάταξης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο μεγάλος του φόβος ήταν ένας: να μη μετατραπεί η κατάρρευση της Οθωμανικής ισχύος σε ρωσικό γεωπολιτικό θρίαμβο. Γι’ αυτό και επιδίωξε μια νέα βρετανική γραμμή: όχι άκριτη προσήλωση στην ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά μια ελεγχόμενη ελληνική λύση που θα ανέκοπτε τόσο τη ρωσική όσο και τη γαλλική επιρροή στην περιοχή.
Στην πραγματικότητα, η Βρετανία δεν “ερωτεύτηκε” την Ελλάδα. Κατάλαβε ότι χωρίς ελληνική ανεξαρτησία, ο δρόμος προς την Ανατολή και την Ινδία θα γινόταν πιο επικίνδυνος για τα δικά της συμφέροντα.
«Τόσο ευφυές και επίμονο έθνος» – η αναγνώριση μιας ιστορικής αντοχής
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των αρχείων είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι Βρετανοί αποτιμούν τους Έλληνες. Παρά τη στρατιωτική εξάντληση, ο Στράτφορντ Κάνινγκ διαπιστώνει ότι έχει απέναντί του έναν λαό που δεν υπακούει στους “συνηθισμένους κανόνες του πολέμου”. Ένα έθνος «τόσο ευφυές, επίμονο και δραστήριο», που είχε ήδη πετύχει αυτό που αρχικά φάνταζε αδύνατο: να επιβιώσει, να οργανωθεί, να νικήσει και να επιβάλει την ύπαρξή του στη διεθνή σκακιέρα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η Ελλάδα δεν σώθηκε επειδή τη λυπήθηκαν. Σώθηκε επειδή επέμενε, επειδή κόστιζε ακριβά η υποδούλωσή της, επειδή ανάγκασε τις αυτοκρατορίες να τη συνυπολογίσουν. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης και όσα ακολούθησαν δεν ήταν πράξεις καλοσύνης. Ήταν η πολιτική αναγνώριση ότι το ελληνικό ζήτημα δεν μπορούσε πλέον να θαφτεί.


