Όταν μια μάνα βγήκε να ζητήσει δικαιοσύνη στην Ευρώπη, την παρουσίασαν περίπου ως απειλή για τη διεθνή εικόνα της χώρας. Τότε περίσσευαν οι πατριωτικές κορώνες, οι καταγγελίες περί «διασυρμού» και τα κηρύγματα προς κάθε πολίτη που τόλμησε να μη σωπάσει.
Σήμερα όμως, που η Ελλάδα εκτίθεται διεθνώς από δικογραφίες, έρευνες και σκιές διαφθοράς γύρω από ευρωπαϊκό χρήμα, το ίδιο στόμα που μιλούσε για «πατρίδα» ξεχνά να αρθρώσει λέξη με την ίδια ένταση. Και κάπου εκεί αποκαλύπτεται όλη η υποκρισία: δεν τους ενόχλησε ποτέ ο διασυρμός της χώρας· τους ενόχλησε μόνο όποιος χαλούσε το αφήγημά τους.
Όταν η Δικαιοσύνη βαφτίστηκε “δυσφήμιση”
Για δύο χρόνια στήθηκε μια ολόκληρη πολιτική και επικοινωνιακή επιχείρηση με έναν και μόνο σκοπό: να μεταφερθεί το βάρος από το αίτημα για δικαιοσύνη στον χαρακτήρα εκείνων που το εξέφραζαν. Δεν έφταιγε η πληγή. Έφταιγε όποιος την έδειχνε. Δεν ενοχλούσε το ανοιχτό τραύμα. Ενοχλούσε η φωνή που το ονόμαζε.
Έτσι, μια πολίτης που αναζήτησε απαντήσεις και δικαίωση αντιμετωπίστηκε όχι ως πρόσωπο με ηθικό βάρος, αλλά ως πρόβλημα δημοσίων σχέσεων. Το μήνυμα ήταν σαφές: μη μιλάς έξω, μη ζητάς λογαριασμό εκεί που ακούγεται η φωνή σου, μη χαλάς την εικόνα. Να πεθαίνει η αλήθεια, αρκεί να επιβιώνει το περιτύλιγμα.
Αυτό δεν ήταν υπεράσπιση της πατρίδας. Ήταν υπεράσπιση της εξουσίας.
Όταν το ευρωπαϊκό σκάνδαλο δεν χωρά πατριωτικές κορώνες
Και τώρα; Τώρα που το όνομα της χώρας συνδέεται διεθνώς με υποθέσεις διαφθοράς, με δικογραφίες ευρωπαϊκών αρχών, με βαριά πολιτική σκιά πάνω από κυβερνητικά στελέχη και με μια εικόνα καθεστωτικής σήψης, η ευαισθησία τους εξατμίστηκε. Ξαφνικά δεν υπάρχει “διασυρμός”. Δεν υπάρχει “προσβολή της πατρίδας”. Δεν υπάρχει ηθικός πανικός.
Γιατί; Επειδή εδώ δεν μιλά ένας πολίτης απέναντι στην εξουσία. Εδώ μιλούν τα ίδια τα γεγονότα απέναντι στο σύστημα. Και τα γεγονότα δεν μπορούν να λασπωθούν τόσο εύκολα όσο ένας άνθρωπος. Δεν μπορείς να συκοφαντήσεις μια δικογραφία όπως συκοφαντείς μια μάνα. Δεν μπορείς να βαφτίσεις “σόου” τη θεσμική έρευνα όταν το πολιτικό κόστος αρχίζει να γίνεται ασήκωτο.
Εκεί τελειώνει ο ψεύτικος πατριωτισμός και αρχίζει η γυμνή πολιτική υποκρισία.
Δεν υπερασπίστηκαν ποτέ τη χώρα — υπερασπίστηκαν τη σιωπή
Το αληθινό τους πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η ζημιά στην εικόνα της Ελλάδας. Αν ήταν αυτό, θα είχαν υψώσει πρώτοι φωνή απέναντι σε κάθε υπόθεση που εκθέτει διεθνώς τη χώρα, τους θεσμούς και την αξιοπιστία της δημόσιας ζωής. Αντί γι’ αυτό, επέλεξαν επιλεκτική αγανάκτηση: αυστηροί με τα θύματα, προσεκτικοί με την εξουσία· αμείλικτοι με την κοινωνία, βελούδινοι με το σύστημα.
Αυτό ακριβώς είναι το μοτίβο. Να ταυτίζουν την πατρίδα με την κυβέρνησή τους. Να βαφτίζουν εθνικό συμφέρον την κομματική προστασία. Να παρουσιάζουν ως εχθρό όποιον ζητά λογοδοσία και ως θεσμική κανονικότητα ό,τι αναδίδει σήψη. Να συκοφαντούν τη φωνή, ώστε να μη συζητηθεί το έγκλημα. Να εξοντώνουν ηθικά όποιον επιμένει, ώστε να σωθούν πολιτικά όσοι ευθύνονται.
Δεν φοβήθηκαν τον διασυρμό της χώρας. Φοβήθηκαν την αφύπνιση της κοινωνίας.
Η πατρίδα δεν διασύρεται από έναν πολίτη που ζητά δικαιοσύνη. Η πατρίδα διασύρεται όταν η εξουσία κουκουλώνει, όταν οι πρόθυμοι αποδομούν τα θύματα και όταν οι “υπερασπιστές του έθνους” θυμούνται την ευαισθησία τους μόνο απέναντι στους αδύναμους. Όλα τα άλλα είναι πολιτικό θέατρο χαμηλής ποιότητας. Και το χειρότερο; Παίζεται πάνω στα ερείπια της αλήθειας.

