Η μαρτυρία του Λάκη Λαζόπουλου στην Αναστασία Γιάμαλη επαναφέρει με εκρηκτικό τρόπο το ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί πειστικά: υπήρχε ή όχι κοινό κέντρο γνώσης, στόχευσης ή συντονισμού ανάμεσα στις νόμιμες επισυνδέσεις της ΕΥΠ και το παράνομο λογισμικό Predator;
Ο Λάκης Λαζόπουλος περιέγραψε μια στιγμή που, αν επιβεβαιωθεί πλήρως, δεν είναι απλώς προσωπική καταγγελία. Είναι θεσμικός σεισμός. Μιλώντας στην Αναστασία Γιάμαλη, υποστήριξε ότι δέχθηκε μολυσμένο μήνυμα Predator την ώρα που βρισκόταν μυστικά σε νοσοκομείο, λίγο πριν από μαγνητικό τομογράφο, για σοβαρό ζήτημα υγείας που, όπως είπε, γνώριζαν μόνο ο ίδιος και ο γιατρός του. Σύμφωνα με την περιγραφή του, το μήνυμα αναφερόταν στην υγεία του και εμφανιζόταν ως δήθεν σύνδεσμος της «Εφημερίδας των Συντακτών».
Η ουσία της καταγγελίας δεν βρίσκεται μόνο στο ίδιο το SMS. Βρίσκεται στο ερώτημα: πώς γνώριζε ο αποστολέας του Predator μια τόσο απολύτως προσωπική, ιατρική και μυστική πληροφορία;
Η φράση-κλειδί: «Δεν μπορούσε να το ξέρει κανείς»
Ο Λαζόπουλος υποστήριξε ότι το περιστατικό τον τάραξε ακριβώς επειδή το μήνυμα ακουμπούσε σε κάτι που θεωρούσε αδύνατον να έχει διαρρεύσει. Κατά τον ίδιο, η πληροφορία μπορούσε να προέρχεται μόνο από παρακολούθηση συνομιλιών του, καθώς, όπως είπε, είχε ενημερώσει μόνο τον γιατρό του.
Από εκεί και πέρα, η μαρτυρία του αποκτά πολιτικό βάρος. Δεν λέει απλώς ότι έγινε στόχος του Predator. Συνδέει χρονικά και πληροφοριακά την απόπειρα παγίδευσης με γνώση που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσε να έχει αποκτηθεί μόνο από παρακολούθηση της ΕΥΠ. Το in.gr μετέδωσε ότι ο Λαζόπουλος έχει βρεθεί και στις δύο λίστες, τόσο της ΕΥΠ όσο και του Predator.
Το μεγάλο ερώτημα: σύμπτωση ή μηχανισμός;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης. Αν ένας πολίτης παρακολουθείται από την ΕΥΠ και, σχεδόν συγχρονισμένα ή σε κρίσιμη στιγμή, γίνεται στόχος Predator με μήνυμα που αξιοποιεί πληροφορία εξαιρετικά προσωπική, τότε το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή τεχνική απόπειρα ηλεκτρονικής εξαπάτησης.
Το ερώτημα γίνεται θεσμικό:
ποιος γνώριζε, ποιος αξιοποίησε, ποιος έστειλε και ποιος συντόνισε;
Η επίσημη πλευρά έχει αρνηθεί σύνδεση της ΕΥΠ με το Predator. Το 2024, σύμφωνα με το Reuters, εισαγγελική έρευνα δεν εντόπισε αποδείξεις εμπλοκής κρατικής υπηρεσίας στη χρήση του παράνομου λογισμικού, ενώ παράλληλα αναφερόταν ότι ορισμένοι στόχοι της ΕΥΠ συνέπιπταν με πρόσωπα που είχαν στοχοποιηθεί και μέσω Predator.
Αυτή ακριβώς η σύμπτωση είναι που κρατά ανοιχτή την πολιτική πληγή.
Η υπόθεση δεν είναι προσωπική — είναι ζήτημα δημοκρατίας
Η μαρτυρία Λαζόπουλου δεν αφορά μόνο έναν καλλιτέχνη. Αφορά το αν στην Ελλάδα υπήρξε μηχανισμός που μπορούσε να συνδυάζει νόμιμες επισυνδέσεις με παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό. Αφορά το αν προσωπικά δεδομένα, ακόμη και δεδομένα υγείας, μπορούσαν να μετατραπούν σε δόλωμα για ψηφιακή παγίδευση.
Και εδώ η πολιτική διάσταση γίνεται αμείλικτη. Γιατί άλλο πράγμα είναι μια επισύνδεση που γίνεται με επίκληση της εθνικής ασφάλειας —όσο ελεγχόμενη και προβληματική κι αν είναι η αιτιολόγησή της— και εντελώς άλλο η αξιοποίηση προσωπικών πληροφοριών για να πατηθεί ένας μολυσμένος σύνδεσμος.
Αν ισχύουν όσα περιγράφονται, τότε δεν μιλάμε για παρακολούθηση. Μιλάμε για χειραγώγηση του φόβου ενός ανθρώπου την ώρα που μπαίνει στο νοσοκομείο.
Η ευρωπαϊκή οδός
Ο Λαζόπουλος άφησε ανοιχτό, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το ενδεχόμενο να κινηθεί τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναφέροντας ακόμη και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Αυτό έχει τη δική του σημασία. Δείχνει ότι η εμπιστοσύνη στους εσωτερικούς θεσμούς έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Όταν οι εμπλεκόμενοι θεωρούν ότι «εδώ δεν υπάρχει περίπτωση» να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικαστικό. Είναι πρόβλημα θεσμικής αξιοπιστίας.
Η υπόθεση Predator δεν τελείωσε. Επιστρέφει κάθε φορά που ένα πρόσωπο περιγράφει όχι γενικά και αόριστα ότι παρακολουθήθηκε, αλλά συγκεκριμένα πώς η παρακολούθηση μπήκε μέσα στην πιο προσωπική του στιγμή.
Και η μαρτυρία Λαζόπουλου έχει ακριβώς αυτό το βάρος: δεν μιλά για πολιτική φήμη, αλλά για ένα SMS που, κατά τον ίδιο, ήξερε κάτι που δεν έπρεπε να ξέρει κανείς.
Αν η Δημοκρατία δεν μπορεί να απαντήσει ποιος γνώριζε, ποιος έστειλε και ποιος εκμεταλλεύτηκε αυτή την πληροφορία, τότε το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν. Και είναι ακόμη ανοιχτό.

