Όλως τυχαίως έπεσα σήμερα σε ένα γράμμα μου που απευθυνόταν στον Οδυσσέα Ελύτη. Γραμμένο το 1996. Επειδή σχεδόν το είχα ξεχάσει το δημοσιεύω σήμερα από καθαρή νοσταλγία… Έχουν περάσει από τότε… Θε μου πότε πέρασαν!… 30 ολόκληρα χρόνια. Και μου φαίνεται σαν χθες που καθόμουν στο τραπέζι και έγραφα…
(Την Άνοιξη του ’96, συγκινημένος και επηρεασμένος από τον θάνατό του, έγραψα ένα γράμμα στον Οδυσσέα Ελύτη. Το γράμμα δημοσιεύτηκε μετά ένα χρόνο περίπου, στο λογοτεχνικό περιοδικό ”Ανατολικός” με τίτλο ”Εκμυστήρευση σ’ έναν καπετάνιο”. Σήμερα σκαλίζοντας τα χαρτιά μου, βρήκα το δακτυλογραφημένο κείμενο και ξαναδιαβάζοντάς το, θεώρησα σκόπιμο να το παραθέσω γιατί πιστεύω πως παραμένει ακόμη επίκαιρο)
Εκμυστήρευση σ’ έναν καπετάνιο
(γράμμα στον Οδ. Ελύτη από έναν νέο ποιητή)
Καπετάνιο
δε θυμάμαι πότε άκουσα για σένα πρώτη φορά. Ίσως ήταν τότε που πήρες ένα μεγάλο βραβείο και γέμισαν τα πρωτοσέλιδα με την φωτογραφία σου.
Ίσως μόνο τότε οι πολλοί προσέχουν τους ποιητές.
Θάμουνα τότε δεκατριών δεκατεσσάρων χρονών. Τίποτα ακόμη δεν ήξερα, για την ατέλειωτη περιπέτεια της χώρας σου, τίποτα δεν ήξερα για το παρελθόν. Όμως σίγουρα ψιθύρισα και γω τα δικά σου τραγούδια, έχοντας την εντύπωση, πως αυτά δε τάχει άνθρωπος γράψει, μα υπάρχουν απαρχής, δώρα από χέρι θεϊκό, αντίβαρα αθάνατα στην ορμή της πραγματικότητας.
Έκτοτε, αρχίσαμε ολοένα να μεγαλώνουμε και σε ξεχάσαμε για πολύ. Παγωμένοι αέρηδες εισέρρευσαν στα κεφάλια μας, μυστήρια ρεύματα τραβούσαν το νήμα της ύπαρξής μας από δω κι από κει. Αρχίσαμε να αναζητάμε την ομορφιά εκεί που δεν ήταν, ζητούσαμε να ζήσουμε, θέλοντας να σπάσουμε εντελώς τις ρίζες που μας δένανε με τη γη…
Ήμασταν ευάλωτοι τότε, επιρρεπείς. Λείες εύκολες.
Δε σε μνημονεύαμε τότε καπετάνιο. Χρειαζόταν μερικές τυχαίες, ανεπαίσθητες στιγμές να σε θυμηθούμε, όταν κουρνιάζαμε γύρω από μια κιθάρα κουτσοπίνοντας και σιγά σιγά όλα ξεθόλωναν. Άπλωνε τα φτερά της στον ήλιο η πεταλούδα της καθαρής κρίσης, μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τα μικρά απ’ τα μεγάλα, κάτι άντρειευε μέσα μας, σάλευε εκείνη η ανελέητη υποψία του νοητού της Δικαιοσύνης ήλιου και τραγουδούσαμε τους στίχους σου. Μα τότε ξέραμε, οτι αυτοί δε γράφτηκαν από χέρι θεϊκό μα απ’ ανθρώπινο, με ανείπωτο πόνο και θέληση και αυτό ακριβώς, ύψωνε στα μάτια μας τον άνθρωπο και αποκάλυπτε την ατελεύτητη δύναμή του…
Προχτές, προς το τέλος αυτού του παρατεταμένου χειμώνα, ακούστηκε η είδηση του θανάτου σου.
Τώρα σε ξέρουμε καλά. Σε γνωρίζουμε αιώνες, χιλιετηρίδες. Ήσουν πάντα ένας αόρατος παρόντας. Ήσουν ο ποιητής. Όταν πονούσαμε, όταν οργιζόμασταν, όταν οι αδιάντροποι επένδυαν πάνω μας τη δικιά τους καριέρα, όταν μας σκύλευαν, όταν οι δημαγωγοί έταζαν μελένιους δρόμους φτύνοντας αχινούς και αγκάθια, όταν ο λόγος τους μας μπέρδευε, μας παρέσυρε, μας υποβίβαζε, ήσουν εκεί! Ένας αόρατος παρόντας. Ο ποιητής! Πίσω από κάθε τοίχο, πίσω απ’τις κουρτίνες, τις φτερούγες της μοναξιάς, πίσω απ’ το κούνημα των φύλλων στο απαλό αεράκι, κάτω από κάθε πέτρα ήσουν εσύ. Το υποψιαζόμασταν κι αυτό μας βοήθησε ν’ αντέξουμε γιατί μας ψιθύριζες πως έχουμε τους αιώνες με το μέρος μας.
Και δεν ήμασταν λίγοι εμείς που σπουδάζαμε την δύναμη της σιωπής.
Από καιρό θέλω να σου πω κάτι καπετάνιο, για να μη φύγεις πικραμένος. Έχω την εντύπωση, πως η χώρα μας -ναι η χώρα μας πια- δεν είναι αυτή που φαίνεται. Πίσω απ’ τις οθόνες, τα ελαφρά θεάματα, τις κάμερες, υπάρχει ένας μικρός στρατός αληθινών ανθρώπων, που παραμένει άσπιλος γιατί διαθέτει πανοπλία ικανή στις επιθέσεις και κρατάει καλά στο χώμα της καρδιάς, τον σπόρο της ελπίδας. Μια πανοπλία ικανή να διαφυλάξει τον πλακούντα εκείνον, που δίπλα του θα εκκολαφτεί ο νέος Έλληνας.
Ξέρω πως με καταλαβαίνεις εσύ καπετάνιο, δε μιλώ στο βρόντο. Ξέρω ακόμη, πως περιμένεις από μας. Προσμένεις να φουντώσουμε τη συνωμοσία της ελπίδας και να την κάνουμε στερεή πράξη. Ό, τι τώρα φουρμάζει ξέψυχο, να αναστηθεί και να απαιτήσει επιτακτικά την ανάταση. Γυρεύεις να ποτίσουμε, ό, τι με τόσο κόπο φύτεψες. Ν’ ανθίσουν οι ροδώνες σου, να μπουμπουκιάσουν οι τρελές ροδιές. Ναι, μιλάμε για τη μοίρα ενός λαού, που του αξίζει να ανάψει πάλι τους φάρους του, να ανακαλύψει και να αναγεννηθεί απ’ την αληθινή και ξέχειλη ομορφιά του.
Δύσκολο πράμα. Που προϋποθέτει αλλαγή πλεύσης. Να κατανοήσει ο κόσμος, πως θα πρέπει ενίοτε να δίνει περισσότερη σημασία στους αληθινούς ποιητές, απ’ ότι στους θεσμικούς άρχοντες. Γιατί οι ποιητές, αν μη τι άλλο, αγωνίζονται για τη καλλιέργεια της αισθητικής, που αποτελεί συνεκτικό στοιχείο στην ιστορία και τη προοπτική αυτού του λαού. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να προσπαθήσουμε από δω και μπρος, να αποδώσουμε τα μέγιστα, σε πράματα που μας ενώνουν κι όχι σ’ αυτά που μας χωρίζουν…
Από τότε που ακούστηκε η είδηση του θανάτου σου, κάθεσαι απέναντί μου και περιμένεις σιωπηλός. Θέλεις να με ακούσεις το ξέρω. Έχεις αποθέσει τη τραγιάσκα σου στο τραπέζι και με κοιτάς. Δε θα φύγεις αν δε βεβαιωθείς. Ίσως να σε βασανίζει ακόμη η σκέψη, πως αγωνίστηκες μάταια. Ίσως σε ταλανίζει η αμφιβολία, πως έριξες σπόρους χρυσούς σε άγονο χώμα. Όμως δε μπορώ να σε βεβαιώσω για τίποτα πια. Δε μπορώ να σε καθησυχάσω. Όση ώρα γράφω, προσπαθώ να πνίξω το δάκρυ της απουσίας σου. Μέχρι τώρα νοιώθαμε πως είχαμε κοντά μας έναν μεγάλο σύμμαχο, που η ανάσα του έκαιγε τον σβέρκο των ανόητων αγριμιών. Δε ξέρω αν είμαστε άξιοι να κάνουμε το ίδιο, δε μας δόθηκε τόση δύναμη ακόμη. Το μόνο σίγουρο μα και περίεργο, είναι ότι νοιώθουμε υπεύθυνοι για τη μοίρα ενός λαού, κατά πολύ αδιάφορου, του πικρού αγώνα μας. Στο βάθος παραμένουμε ανεπανόρθωτα μόνοι, έχοντας σηματωρό και κήρυκα τη σκιά σου.
Συμφωνήσαμε μαζί σου, μόνο και μόνο γατί σε χαλεπούς καιρούς, όταν κανείς δεν έβλεπε την ομορφιά, εσύ την τράβηξες απ’ τα μαλλιά να την δείξεις. Συμφωνήσαμε μαζί σου, γιατί τα πιο δύσκολα χρόνια, κοίταξες να ενώσεις τον διαμελισμένο λαό σου. Συμφωνήσαμε μαζί σου, γιατί δε φοβήθηκες να γράψεις για κείνους που θάρθουν, τους πιο σκληρούς κριτές.
Κι αυτά να πάρει ευχή, είναι ό, τι πιο σημαντικό έκανε Έλληνας, τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Νυχτώνει. Αρχίζω να μη βγάζω τα γράμματά μου, δυσπιστώ στα ίδια μου τα λόγια και συ περιμένεις ακόμη τη μεγάλη κουβέντα, που θα σε εξαϋλώσει ευτυχισμένο στους ουρανούς. Πόσο επιτέλους αγάπησες, για να παραμένεις ακόμη εδώ! Μα πες μου…λάτρεψες η μίσησες την φθορά;
Δεν απαντάς, δε θα ξαναμιλήσεις ποτέ πια, προβιβάστηκες σε κριτή, σε πήραν οι αθάνατοι γέροντες με το μέρος τους, να μας κοιτάς επίμονα και να σιωπάς…
Δε ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό των ποιητών, να συγκρίνουν τη πραγματικότητα με το απόλυτο και να την βρίσκουν πικρή, μα σ’ αυτό το τόπο, αιωρείται επικίνδυνο το τέρας της καχυποψίας. Κανείς μα κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη στους άρχοντές του. Τους θεωρεί αρπακτικά η τουλάχιστον ανίκανους που είναι το ίδιο επικίνδυνο. Δε σου κρύβω καπετάνιο, πως έρχονται ώρες, που θέλω να φωνάξω φωτιά και τσεκούρι μα πάλι σωπαίνω, γιατί το βρίσκω κι αυτό μάταιο. Βρίσκω μάταιη μια επανάσταση που θα σκορπίσει αίμα και τρόμο. Την βρίσκω μάταιη, γιατί ακόμη και κει, ακόμη και τότε, θα παραμονεύουν θηρευτές και κάθε λογής αρπακτικά, να σκυλέψουν τα πτώματα, τους καρπούς, τα καλά και τα κακά που αυτή θα φέρει.
Είμαι πεπεισμένος πια καπετάνιο, πως είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στα νύχια μιας προϊστορίας οδυνηρής. Όπου το καλύτερο που έχουμε, είναι μια άκρως αμφισβητήσιμη δημοκρατία, που μόλις σηκώσεις τα πέπλα της αναγιγνώσκεις τους νόμους της ζούγκλας. Αυτός είναι τώρα ο κόσμος. Με τόνα ποδάρι μετέωρο έξω από τη ζούγκλα, να μην έχει που να πατήσει. Και πρέπει εμείς, που ενδώσαμε στο μεγάλο στοίχημα της φυγής απ’ αυτήν, να δημιουργήσουμε μια πολιτεία -έστω μια- καθ’ ομοίωση της πολιτείας των ουρανών. Όσο συζήτηση κι αν χωράει αυτό, θα πρέπει να δημιουργήσουμε κάτι στέρεο για να πατήσει το μετέωρο ποδάρι. Ας είναι κι από σύννεφο πηχτό. Αφύσικο;
Όχι! Αλλιώς, δεν έχει λόγο ύπαρξης, τίποτε απ’ όσα φτιάξαμε μέχρι τώρα.
Ο κλήρος πέφτει από δω και πέρα, στους κατά φύση οραματιστές. Τούτοι θα πρέπει να μετατρέψουν τα αρχέγονα ένστικτα, όχι σε πάλη και καταστροφή μα σε δημιουργία. Μα για να γίνει αυτό, πρέπει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Να εξαλειφθεί η καχυποψία. Να βρούμε με νύχια και με δόντια το τρόπο, να υψώνουμε σε άρχοντες αυτούς που πραγματικά είναι, με το σημάδι στο μέτωπο -γιατί υπάρχει αυτό το σημάδι- αρκεί να ανοίξει το τρίτο μάτι για να το δει.
Ο λόγος μου, δεν είναι τούτη τη νύχτα ποιητικός, ούτε ιδιαίτερα όμορφος, όπως ίσως θάθελες. Μα αυτή είναι μια νύχτα εξομολόγησης και κάθε εξομολόγηση είναι απλή.
Νοιώθω από παλιά, μια μυστήρια δύναμη να με κινεί, να θέλω να ακουστεί και ο δικός μας ο λόγος, όχι μόνο οι ιαχές των κυνηγών και τα σπαραχτικά βελάσματα. Και τον δικό μας λόγο, δε θα πρέπει να τον περιορίσουμε σε κώδικες μεταξύ των ολιγάριθμων ομοϊδεατών -αυτή είναι η διαφωνία μου με τα τελευταία σου κείμενα- μα να τον ξαποστείλουμε σαν λάμψη προς όλες τις μεριές. Πρέπει να ξανακάνουμε τον λαό μας περήφανο για την γλυκιά σιωπή, την εσαεί του μεγαλείου του αναμονή κι ακόμη περήφανο για τη ρυτίδα του μόχθου του. Γιατί φτάσαμε στο σημείο, ο μόχθος νάναι ντροπή, το μεγαλείο των ανθρώπων να μετριέται με βιβλιάρια καταθέσεων, επαύλεις και αυτοκίνητα. Τα περισσότερα, προϊόντα αρπαγής. Γιατί πρέπει κάποτε να μάθει αυτός ο αληθινός μα χαμένος κόσμος, πως δεν είναι απαραίτητο να γίνει κι αυτός άρπαγας για να νικήσει. Και πιθανόν σ’ αυτόν τον αγώνα, να έχει συμμάχους, που δε θέλουν καμία ανταπόδοση. Έτσι κι αλλιώς σε κάποιους, φτάνει να ψάχνουν για την ομορφιά και να την τραγουδάνε, δε θέλουν άλλη πληρωμή…
Δε ξέρω πόσο μεγάλη θάναι ετούτη η νύχτα, πόσο ακόμη θα κάθομαι εδώ μαζί σου.
Κάτι όμως μου λέει να μείνω, να παρατείνω όσο γίνεται το ξημέρωμα. Ο νους μου τρέχει πάλι στους ποιητές…Φταίμε και μεις. Αρπάξαμε τη λύρα και βυθιστήκαμε στου πόνου της
ύπαρξης το λυπηρό τραγούδι. Αφήσαμε έρμαιο τον κόσμο. Δεν αναφέρομαι σε στράτευση,
προς θεού, μιλώ για την ίδια την φύση που μας στέλνει να τον στηρίξουμε και μεις παραδοθήκαμε στον εαυτό μας μονάχα.
Χτίσαμε μια Βαβέλ, φτάσαμε -χάρη πρωτοτυπίας- στη καλύτερη περίπτωση, να καταλαβαινόμαστε μονάχα μεταξύ μας, κοιτώντας μισό μέτρο μπροστά απ’ τα ποδάρια μας. Δε μιλώ γι αυτούς που δε μπορούσαν να δουν παραπέρα, μιλώ γι αυτούς που είχαν τη δύναμη να ξεφύγουν απ’τα προσωπικά μαρτύρια και να εμπνεύσουν, να δώσουν πίστη, να ραπίσουν τα βρωμόσκυλα και όχι να επωάζουν κλούβια αυγά, πεπεισμένοι πως ζουν την εποχή του επιθανάτιου ρόγχου της ποίησης.
Απομονωθήκαμε. Φτιάξαμε έναν κόσμο δικό μας, πολλές φορές πέρα από κάθε πραγματικότητα, μηρυκάζουμε οράματα αποτραβηγμένοι στις ασφαλείς γωνίτσες μας, στις μικρές συντροφιές, ανταλλάσσοντας μπουκιές στίχων, που δε μπορούν να μασηθούν σχεδόν μήτε από εμάς. Από κει προήλθε η περιβόητη δυσπεψία της ποίησης και κατα συνέπεια η περιφρόνησή της. Χάσαμε το μεγαλείο της απλότητας, της επικοινωνίας, πάει καιρός που μας εξόρισαν απ’ το γίγνεσθαι.
Όχι καπετάνιο, δε μένω ικανοποιημένος από τούτο το ναρκισσισμό, δεν αντέχω άλλο τα προσωπικά της θλίψης οράματα, δεν αντέχω άλλο τις αγέλες των λύκων η των αμνών να κουμαντάρουν την ιστορία. Θέλω νάμαι περήφανος που γεννήθηκα ποιητής, δε μου φτάνει το κόκκαλο του υποκριτικού θαυμασμού που ρίχνουν σε μερικούς από μας για να ξεχνιόμαστε και να μη κινδυνεύουν τα λάφυρά τους. Δεν ανέχομαι να περνιούνται για δυνατοί των παθών οι αδύνατοι, ο ενθουσιασμός των αγριμιών χρειάζεται και τη δική μας σύνεση.
Μας πέταξαν έξω από τα πράματα. Το τιμόνι της ιστορίας το κρατούν κομματόσκυλα, αυλοκόλακες και αχρείοι που προδίδουν και τη μάννα τους για τη καρέκλα και το συμφέρο. Και μεις περιφερόμαστε σα μαστουρωμένοι, φτύνοντας σαπουνόφουσκες παραίτησης. Ό, τι χειρότερο κάναμε, ήταν ότι απορρίψαμε τον πραγματικό κόσμο και τρέξαμε να κρυφτούμε στη φαντασία…
Ξέσπασα καπετάνιο, μα οσμίζομαι και τη δικιά σου οργή να ξεχειλίζει, όσο κι αν θες να τη κρύψεις. Σε βλέπω, σφίγγεις τα χείλη και στιγμές στιγμές νομίζω πως θες να κλάψεις. Ξέρεις, φαντάστηκα πολλές φορές, μια γερουσία αληθινών ποιητών, βγαλμένη από τα σπλάχνα αυτού του λαού, να ελέγχει, να περιορίζει και να οδηγεί την στάση των πολιτικών. Αν θεωρήσουμε πως σώνει και καλά χρειαζόμαστε τους πολιτικούς, αυτοί ακριβώς, θα πρέπει να βρίσκονται κάτω απ’ την σκιά πραγματικών ποιητών και αυτό, θάταν ευχής έργο να το δεχτούν κάποτε οι θεσμοθέτες. Και όλα τούτα, γιατί οι ποιητές, διαθέτουν την αιώνια ματιά που ξεπερνά τα προσωρινά και τους προσωπικούς στόχους. Κινούνται με κριτήρια την φυσική στοργή, την δικαιοσύνη, την διατήρηση του είδους και τη παγκόσμια ευτυχία, πράματα που δυστυχώς λείπουν από τη φάρα των κατ’ επάγγελμα και κατά κληρονομιά πολιτικών.
Όλα αυτά φυσικά προϋποθέτουν την ανάσταση των ποιητών, το ξεπέρασμα του προσωπικού πόνου, τη περιφρόνηση της οργής. Προϋποθέτουν ακόμα, την επανασύνδεση με τη πραγματικότητα, την απόρριψη της λογικής των πρωτοποριών και την υιοθέτηση μιας έκφρασης κατανοητής και εμπνευσμένης, που θα αποκαλύπτει τις αντιφάσεις, τους κραδασμούς, τα πισωγυρίσματα και θα διευκολύνει τις υγιείς δυνάμεις που ωθούν την ιστορία και φρενάρουν τη παρακμή.
Έπιασε πάλι να βρέχει. Είναι μια ψιλή σιγανή βροχή μέσα στη νύχτα. Ξέρεις, πάντα η βροχή με λύτρωνε, ελευθέρωνε από μέσα μου κρυμμένες αίσθησες. Όταν βρέχει, ο κόσμος μοιάζει σα μεγάλο δωμάτιο, μ’ ένα ταβάνι από σύννεφα που στάζουνε στοργή. Τέτοιες ώρες αισθάνομαι, ότι παρ’ όλες τις συγκρούσεις μας, στο βάθος παραμένουμε δεμένοι με αόρατους ομφάλιους λώρους που οδηγάνε όλοι στη κοιλιά μιας μάνας αιωνικής. Την στοργή του χωρίς πόνο και θάνατο πλακούντα της νοσταλγούμε και γυρεύουμε με χίλιους τρόπους, να αναπλάσουμε και σε τούτο το κόσμο τη ζέστη της. Αχ πόσο παρήγορο θάταν, να γινόταν αυτή η μητέρα αντιληπτή απ’ τις φτωχές μας αισθήσεις! Να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την ύπαρξή της, να ξέραμε σίγουρα πως υπάρχει πίσω από κάθε θάνατο, περιμένοντας να μας σφίξει στη ζεστή της ποδιά. Πόσο πιο σίγουρα θα στεκόμασταν πάνω στη γη…
Δε ξέρω πολλές φορές τι αναζητώ, μα συνηθίζω να απλώνω τα δάχτυλα της ψυχής, πίσω απ’ την φθαρτότητα, πέρα από τον χρόνο, που ίσως έχει κιόλας διαβεί. Αγγίζω πετρωμένες μνήμες, γραφές που αδυνατώ να ερμηνεύσω. Σκέπτομαι: κατανοήσαμε άραγε ποτέ, το βαθμό της ιερότητας της ύπαρξής μας; αγγίξαμε ποτέ, εκείνο το παράξενο νήμα που ξεκινά απ’ το στήθος μας όπως οι χαρταετοί, τρυπάει τον χώρο και τον χρόνο και μας ενώνει με την εύφορη κοιλάδα της αθανασίας;
Αμφίβολες φιλοσοφίες!
Ίσως τελικά θα πρέπει να ζήσουμε σ’ αυτό το κόσμο σα νάναι ο μόνος. Να αγκαλιάσουμε τα προσωρινά που μας δόθηκαν να ορίζουμε και μόνο τότε θα βρούμε τη δροσιά και της επιταγές της αληθινής μας πηγής. Πράγματι, θα πρέπει να δοθούμε σ’αυτό το κόσμο σα νάναι ο μόνος, να ερωτευθούμε, να πάρουμε σα τα πουλιά και τα ζώα τα χρώματα του τοπίου, ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα μυστικά του, να μεταμορφωθούμε μέσα του κι ακόμη, να δοκιμάσουμε τη δύναμη και τ’ όνειρό μας πάνω του.
Δε μπορώ καπετάνιο να γνωρίζω αν είναι τόσο σπουδαία, όλα τούτα που αραδιάζω σήμερα στο χαρτί. Ο καθένας φαίνεται μιλάει τη δική του γλώσσα, έχει τις προσωπικές συμπληγάδες να διαβεί. Μα υπάρχουν και πράματα που μας ενώνουν, τούτα προσπαθώ να φέρω στο φως, ακολουθώντας μια φωνή βαθιά που ορίζει και τούτη τη νύχτα το τρεμάμενο χέρι μου.
Ίσως τελικά να μην είμαι, παρά ένα πουλί. Ένα πουλί που κάποτε προσπαθούσε να καθίσει στο πιο ψηλό κλαρί, τραγουδώντας τη μεγαλοσύνη του. Όμως από τότε, πέρασε πολύ νερό κάτω απ’ τα γεφύρια. Το πουλί σιγά σιγά κατάλαβε, πως πρέπει κάπου κάπου να σιωπά, να αφουγκράζεται τα τιτιβίσματα και άλλων πουλιών. Να ακούει τον κρυμμένο τους πόνο, τη χαρά και πια προσπαθεί να πλησιάσει εκείνη την μυστήρια υπέρηχη φωνή που ανεβαίνει σαν άχνα στον ουρανό.
Δε γίνεται αλλιώς, πρέπει να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Πίσω απ’ τη παγίδα του ναρκισσισμού, υπάρχει η αληθινή ζωή, ο αγώνας και η αλήθεια. Εμμένοντας στα προσωπικά, χάνουμε το καιρό, παραμένουμε στον νάρθηκα της ζωής. Δε μιλώ για ισοπέδωση του εαυτού μας, μιλώ για αρμονική συνύπαρξη με το κόσμο ολάκερο.
Ξέρω όμως, ότι όλα τούτα, είναι κατασταλαγμένη λογική, που χάνει την ώρα της όταν προσπαθεί να πείσει τα ανελέητα ένστικτα. Πολύ φοβάμαι, ότι οι κουβέντες μου δε θα ενοχλήσουν κανέναν άρπαγα, κανέναν παραιτημένο. Όμως το μαρτύριό μας έτσι κι αλλιώς, είναι να παλεύουμε για έναν κόσμο διαφορετικό, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δε θάρθει. Ξέρω καλά, πως ό, τι και να γίνει, από ελάχιστα έως καθόλου θα αλλάξουμε το κόσμο. Όμως τα βέλη μας θα φύγουν απ’ το δοξάρι. Εσύ από κει πάνω, κοίτα τις σπίθες της ομορφιάς, που θα εκσφενδονίζονται από πάνω μας καθώς πλαθόμαστε. Να παράγουμε ομορφιά καθώς ζούμε, είναι τώρα πια η μεγαλύτερη πρόκληση. Και είναι ίσως, το τελευταίο που μπορεί να μας κλέψει κανείς.
Μπορείς να φύγεις ήσυχος τώρα καπετάνιο, εσύ το χρέος σου τόκανες. Φόρα τη τραγιάσκα σου, έτσι θέλω να σε θυμάμαι, καθώς θα χάνεσαι στη πυκνή ομίχλη που θα μας χωρίσει.
Τώρα μένουμε μόνοι μας, έχοντας κείνο το συναίσθημα πούχουν οι γιοί, όταν χάνουν έναν αγαπημένο πατέρα. Μα όταν περάσει η πρώτη θλίψη, η αμηχανία του κενού, νάσαι σίγουρος, πως θα φανούμε πιο δυνατοί.
Καπετάνιο, δε θα αφήσουμε το καράβι μας έτσι…
Άνοιξη 1996

