Συμμετείχε αλήθεια η Ελλάδα στη συζήτηση της Γενεύης για το δικαίωμα στο νερό, στην τροφή και στους μικρούς παραγωγούς; Ή για ακόμη μία φορά κρύφτηκε πίσω από την ευρωπαϊκή γραμμή, την ώρα που τα νησιά της, η Κρήτη, η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός της ζουν ήδη την κρίση της λειψυδρίας;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και για την Ελλάδα είναι σχεδόν υπαρξιακό.
Διότι για μια χώρα που ζει από τον τουρισμό, που έχει εκατοντάδες νησιά, που στηρίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό στον πρωτογενή τομέα και που βλέπει περιοχές της να εξαρτώνται από γεωτρήσεις, υδροφόρες, αφαλατώσεις και παλιά δίκτυα, το νερό δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος. Είναι ασφάλεια. Είναι δημόσια υγεία. Είναι παραγωγή. Είναι κοινωνική συνοχή. Είναι το αν θα μπορεί ένας τόπος να κρατήσει κατοίκους, αγρότες, κτηνοτρόφους, επαγγελματίες και επισκέπτες.
Το παράδειγμα του Ηρακλείου είναι αποκαλυπτικό. Η πόλη βασίζεται σε περισσότερες από 60 γεωτρήσεις, που καλύπτουν περίπου το 80% των αναγκών της, κάτι που ο ίδιος ο δήμαρχος έχει χαρακτηρίσει μη βιώσιμο για μια πόλη περίπου 200.000 κατοίκων. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μακρινό σενάριο. Μιλάμε για το σήμερα.
Και δεν είναι μόνο το Ηράκλειο. Η Ελλάδα ανακοίνωσε στις αρχές του 2026 χρηματοδότηση άνω των 75,5 εκατ. ευρώ για 42 έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας, με αφαλατώσεις, αντικαταστάσεις δικτύων και παρεμβάσεις σε νησιωτικούς δήμους όπως Παξοί, Φούρνοι, Λειψοί, Μεγανήσι, Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, Ψαρά, Πόρος και Αλόννησος. Όταν ένα κράτος ανακοινώνει δεκάδες έργα έκτακτης ανάγκης για νερό, δεν μπορεί ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως δευτερεύουσα διπλωματική υποσημείωση.
Στα νησιά η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή. Στη Νάξο, η μεγαλύτερη δεξαμενή είχε στερέψει, με θαλασσινό νερό να εισχωρεί σε αρδευτικά πηγάδια και να πλήττει την πατατοκαλλιέργεια. Στην Κάρπαθο επιβλήθηκαν περιορισμοί στη συμπλήρωση πισινών, ενώ στη Θάσο ζητήθηκε μονάδα αφαλάτωσης. Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της κρίσης: τουρίστες, πισίνες, γεωτρήσεις, αγρότες, ξενοδοχεία και νοικοκυριά να ανταγωνίζονται για τον ίδιο πεπερασμένο πόρο.
Την ίδια ώρα, η χώρα χάνει τεράστιες ποσότητες νερού από παλιά και διάτρητα δίκτυα. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η Ελλάδα χάνει περίπου το μισό πόσιμο νερό της από διαρροές και κλοπές, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Δηλαδή, πριν καν μιλήσουμε για κλιματική κρίση, αφαλάτωση ή νέες τεχνολογίες, υπάρχει ένα απλό ερώτημα διοίκησης: πώς γίνεται να ζητάμε νέο νερό, όταν αφήνουμε να χάνεται το υπάρχον;
Γι’ αυτό η συζήτηση στη Γενεύη δεν αφορά μόνο κάποιους μικρούς αγρότες του παγκόσμιου Νότου. Αφορά και την Ελλάδα. Αφορά τον μικρό παραγωγό στη Νάξο, τον κτηνοτρόφο στην Κρήτη, τον αγρότη στην Αργολίδα, τον κάτοικο μικρού νησιού που περιμένει αφαλάτωση, τον δήμο που δεν έχει ανθεκτικό δίκτυο, την οικογένεια που αγοράζει εμφιαλωμένο νερό επειδή δεν εμπιστεύεται τη βρύση.
Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ υιοθέτησε την απόφαση για το δικαίωμα στην τροφή χωρίς ψηφοφορία. Η απόφαση αναγνωρίζει τη σύνδεση ανθρώπινων δικαιωμάτων, γεωργίας, μικρής αλιείας, εμπορίου και συστημάτων τροφίμων. Όμως το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα μένει: είχε η χώρα δική της φωνή ή απλώς άφησε την ΕΕ να μιλήσει για λογαριασμό της;
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «έχω πρόσβαση στο νερό» και στο «έχω δικαίωμα στο νερό». Η πρόσβαση μπορεί να γίνει εμπόρευμα. Το δικαίωμα επιβάλλει υποχρέωση προστασίας. Η πρόσβαση μπορεί να εξαρτάται από την τιμή, την αγορά, τον πάροχο, τον επενδυτή. Το δικαίωμα θέτει όρια στην αυθαιρεσία, στην ιδιωτικοποίηση, στην εγκατάλειψη των δικτύων και στη μετατροπή ενός δημόσιου αγαθού σε πεδίο κερδοφορίας.
Και εδώ η Ελλάδα πρέπει να μιλήσει καθαρά. Θέλει το νερό ως κοινό αγαθό ή ως μελλοντικό επενδυτικό προϊόν; Θέλει αγρότες με πρόσβαση σε βιώσιμους υδάτινους πόρους ή παραγωγούς που θα εξαρτώνται από γεωτρήσεις που αλατώνουν, από δίκτυα που χάνουν νερό και από έργα που έρχονται πάντα καθυστερημένα; Θέλει νησιά κατοικήσιμα ή νησιά-βιτρίνες που το καλοκαίρι θα γεμίζουν τουρίστες και τον χειμώνα θα μετρούν άδεια φράγματα;
Το νερό δεν είναι υπόθεση των Βρυξελλών μόνο. Δεν είναι τεχνική αρμοδιότητα κάποιου υπουργείου. Δεν είναι θέμα που λύνεται με δελτία Τύπου και αργοπορημένες εργολαβίες. Είναι ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Και η τελική ερώτηση είναι αμείλικτη:
Όταν ο ΟΗΕ συζητά το δικαίωμα στο νερό, η Ελλάδα δεν δικαιούται να σιωπά. Γιατί αν μια χώρα με νησιά, τουρισμό, αγρότες, κτηνοτρόφους και περιοχές ήδη διψασμένες δεν έχει δική της φωνή για το νερό, τότε ποιος θα έχει;

