Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των τόκων μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα για χιλιάδες νοικοκυριά – Στο επίκεντρο τόκοι που υπολογίζονται σε βάρος των δανειοληπτών και εκτιμώμενες απώλειες 1,3 δισ. ευρώ για τα funds
Μία απόφαση με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα παραμένει, σύμφωνα με δημοσιεύματα και καταγγελίες δικηγόρων, σε εκκρεμότητα ως προς την καθαρογραφή της. Πρόκειται για την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αφορά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων για δανειολήπτες που είχαν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη, δηλαδή στον νόμο 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι βαθιά οικονομικό, κοινωνικό και θεσμικό. Αφορά, σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και περίπου 200.000 πρώτες κατοικίες που είχαν τεθεί υπό δικαστική προστασία.
Το κρίσιμο σημείο: τόκος στη δόση ή στο σύνολο του χρέους;
Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι τόκοι. Σύμφωνα με την απόφαση που έχει αναφερθεί στον δημόσιο διάλογο, οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού υπολοίπου του δανείου. Η θέση αυτή έχει παρουσιαστεί και από ενώσεις καταναλωτών ως σημαντική ανακούφιση για δανειολήπτες που είχαν υπαχθεί σε δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη.
Η διαφορά είναι τεράστια. Όταν ο τόκος υπολογίζεται στο σύνολο του κεφαλαίου, η επιβάρυνση του δανειολήπτη εκτοξεύεται. Όταν όμως υπολογίζεται στη δόση, το μηνιαίο βάρος μειώνεται σημαντικά και το συνολικό κόστος της ρύθμισης περιορίζεται.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της zougla.gr, σε ενδεικτικό δάνειο 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3% και διάρκεια 20 ετών, ο τρόπος υπολογισμού που φέρεται να εφάρμοζαν funds και servicers οδηγούσε σε μηνιαία δόση περίπου 560 ευρώ και συνολικούς τόκους 35.000 ευρώ. Με τον διαφορετικό τρόπο υπολογισμού, η μηνιαία δόση εμφανίζεται στα 416 ευρώ και οι συνολικοί τόκοι στην 20ετία περιορίζονται περίπου στις 3.000 ευρώ.
Η καθυστέρηση που κρατά «παγωμένες» τις εξελίξεις
Το μεγάλο ερώτημα, πλέον, είναι γιατί η απόφαση δεν έχει ακόμη καθαρογραφεί. Η καθαρογραφή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι το βήμα που δίνει πλήρες κείμενο, σκεπτικό και νομική σαφήνεια στην απόφαση, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
Χωρίς την καθαρογραφή, οι δανειολήπτες δεν γνωρίζουν με ακρίβεια τι μπορούν να διεκδικήσουν. Οι δικηγόροι δεν έχουν στα χέρια τους το πλήρες σκεπτικό. Τα funds και οι servicers δεν υποχρεώνονται ακόμη να αποστείλουν νέα δοσολόγια. Και το κρίσιμο θέμα της αναδρομικότητας παραμένει ανοιχτό.
Με απλά λόγια: η απόφαση υπάρχει, αλλά η εφαρμογή της καθυστερεί.
Το διακύβευμα για τα funds και τους δανειολήπτες
Οι εκτιμήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κάνουν λόγο για πιθανές απώλειες της τάξης του 1,3 δισ. ευρώ για funds και εταιρείες διαχείρισης, εφόσον εφαρμοστεί ο νέος τρόπος υπολογισμού των τόκων. Το ίδιο ποσό, από την άλλη πλευρά, αντιστοιχεί σε πιθανή ελάφρυνση για δανειολήπτες που επί χρόνια βρίσκονταν σε καθεστώς πίεσης, ρυθμίσεων και δικαστικών αποφάσεων.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική ουσία της υπόθεσης. Δεν μιλάμε για μία λογιστική διαφορά. Μιλάμε για το αν χιλιάδες οικογένειες θα συνεχίσουν να πληρώνουν δόσεις υπολογισμένες με έναν τρόπο που ο Άρειος Πάγος φέρεται να έχει απορρίψει ή αν θα υπάρξει άμεση προσαρμογή στα νέα δεδομένα.
Το ανοιχτό θέμα της αναδρομικότητας
Το πιο κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι η αναδρομικότητα. Αν η απόφαση εφαρμοστεί και για ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί, τότε θα τεθεί ζήτημα συμψηφισμών σε μελλοντικές δόσεις ή ακόμη και διεκδικήσεων από δανειολήπτες.
Σύμφωνα με την «Καθημερινή», πηγές του Αρείου Πάγου είχαν αναφέρει ότι με την απόφαση ανοίγει δρόμος για διεκδικήσεις από δανειολήπτες με αγωγές για αθέμιτο πλουτισμό κατά τραπεζών και funds. Ωστόσο, μέχρι να υπάρξει το πλήρες καθαρογραμμένο κείμενο, το πεδίο εφαρμογής και τα όρια της αναδρομικότητας δεν μπορούν να θεωρηθούν οριστικά ξεκαθαρισμένα.
Θεσμική ευθύνη και κοινωνική αγωνία
Η καθυστέρηση στην καθαρογραφή μίας τόσο σημαντικής απόφασης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Όταν η υπόθεση αφορά πρώτη κατοικία, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, κόκκινα δάνεια, funds, κρατικές εγγυήσεις και πιθανές οικονομικές επιπτώσεις δισεκατομμυρίων, η ταχύτητα της Δικαιοσύνης αποκτά άμεσο κοινωνικό περιεχόμενο.
Οι δανειολήπτες που υπήχθησαν στον νόμο Κατσέλη δεν ζητούν προνόμιο. Ζητούν να εφαρμοστεί καθαρά και έγκαιρα αυτό που έκρινε το ανώτατο δικαστήριο της χώρας.
Και εδώ το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: όταν μία απόφαση μπορεί να δώσει ανάσα σε χιλιάδες οικογένειες, ποιος ωφελείται από την καθυστέρηση;
Η καθαρογραφή της απόφασης του Αρείου Πάγου δεν είναι μία εσωτερική δικαστική διαδικασία χωρίς συνέπειες. Είναι το κλειδί που μπορεί να μειώσει δόσεις, να αλλάξει δοσολόγια, να ανοίξει δρόμο για συμψηφισμούς και να ανακουφίσει χιλιάδες νοικοκυριά.
Όσο η απόφαση μένει χωρίς καθαρογραμμένο σκεπτικό, οι δανειολήπτες μένουν στην αναμονή και τα funds κερδίζουν χρόνο.
Και σε μία χώρα όπου η πρώτη κατοικία έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα στην κοινωνία και την αγορά των κόκκινων δανείων, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Είναι χρήμα. Και, για πολλούς, είναι το ίδιο τους το σπίτι.

