Ο αφελληνισμός, η απώλεια της βαλκανικής παρουσίας και τα περίπου 80 δισ. ευρώ δανείων σε ξένους φορείς είναι πραγματικά. Τα περί «17 δισ. αφορολόγητων κερδών» και «80 δισ. οριστικής ζημίας», όμως, χρειάζονται λογιστική ακρίβεια — ακριβώς για να μη χαθεί μέσα στην υπερβολή το πραγματικό σκάνδαλο πολιτικής διαχείρισης.
Η Ελλάδα πλήρωσε για να μη διαλυθεί το τραπεζικό της σύστημα. Οι παλαιοί μέτοχοι εξανεμίστηκαν, η βαλκανική επέκταση εγκαταλείφθηκε, το Δημόσιο ανέλαβε τεράστιο κόστος και κίνδυνο, ενώ δεκάδες δισεκατομμύρια προβληματικών δανείων πέρασαν σε οχήματα του εξωτερικού. Όταν, όμως, οι τράπεζες επέστρεψαν στην κερδοφορία και οι αποτιμήσεις τους εκτοξεύθηκαν, το κράτος είχε ήδη διαθέσει σχεδόν όλη τη συμμετοχή του.
Αυτός είναι ένας βαρύς πολιτικός απολογισμός. Δεν χρειάζεται ούτε ανακριβείς προσθέσεις ούτε τον ατεκμηρίωτο ισχυρισμό ότι πρόκειται για τη «μεγαλύτερη καταστροφή στην παγκόσμια ιστορία».
Ο αφελληνισμός δεν είναι σύνθημα
Πριν από την κρίση, οι ελληνικές τράπεζες ελέγχονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από εγχώριους επενδυτές. Κλαδικές εκτιμήσεις ανεβάζουν το ελληνικό ποσοστό στο 75%–80% το 2008 και τοποθετούν σήμερα την παρουσία των ξένων θεσμικών κοντά στο 90%. Πρόκειται για εκτίμηση της συνολικής εικόνας του κλάδου — όχι για ενιαίο, ελεγμένο ποσοστό που ισχύει αυτούσιο σε κάθε τράπεζα. Η κατεύθυνση, πάντως, είναι αδιαμφισβήτητη: η ιδιοκτησία μετακινήθηκε δραματικά προς το εξωτερικό και περίπου 1,2 εκατ. παλαιοί, κυρίως Έλληνες μέτοχοι, υπέστησαν συντριπτική απομείωση.
Υπάρχει ακόμη δημόσια παρουσία — για παράδειγμα, το 8,39% της Εθνικής πέρασε στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας μετά την απορρόφηση του ΤΧΣ — αλλά δεν ανατρέπει τη συνολική εικόνα.
Η βαλκανική «αυτοκρατορία» πράγματι χάθηκε
Το 2007 οι ελληνικές τράπεζες έλεγχαν 45 τράπεζες στο εξωτερικό, περίπου 3.000 καταστήματα, 42.000 εργαζόμενους και ενεργητικό της τάξης των 100 δισ. ευρώ. Η Εθνική είχε παρουσία σε δέκα χώρες, η Eurobank και η Πειραιώς σε εννέα και η Alpha Bank σε οκτώ. Μεγάλο μέρος αυτής της παρουσίας εκποιήθηκε στα χρόνια των προγραμμάτων προσαρμογής και της αναδιάρθρωσης.
Δεν χάθηκε απλώς ένα σύνολο θυγατρικών. Χάθηκε οικονομική επιρροή, πρόσβαση σε αναπτυσσόμενες αγορές, τεχνογνωσία και μελλοντική κερδοφορία. Η Ελλάδα από περιφερειακό τραπεζικό κέντρο μετατράπηκε σε αγορά στην οποία κυριαρχούν ξένα χαρτοφυλάκια. Η ευθύνη, όμως, διατρέχει περισσότερες από μία κυβερνήσεις: από το PSI και τις ανακεφαλαιοποιήσεις έως τις δεσμεύσεις αναδιάρθρωσης, την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, τον «Ηρακλή» και τις τελικές αποεπενδύσεις του ΤΧΣ.
Τα κέρδη ήταν περίπου 16 δισ. — όχι όλα αφορολόγητα, ούτε όλα έφυγαν
Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν περίπου 3,4 δισ. ευρώ κέρδη το 2022, 3,8 δισ. το 2023, 4,2 δισ. το 2024 και 4,7 δισ. το 2025: συνολικά περίπου 16,1 δισ. ευρώ. Αν χρησιμοποιηθεί η αρχική, πριν από την αναθεώρηση, εκτίμηση των 3,6 δισ. για το 2022, το άθροισμα φθάνει τα 16,3 δισ. Συνεπώς, τα «17 δισ.» είναι μια ανεκτή στρογγυλοποίηση, όχι το ακριβές μέγεθος.
Δεν είναι, όμως, σωστό να χαρακτηρίζονται συλλήβδην «αφορολόγητα». Η Τράπεζα της Ελλάδος τα αναφέρει ως κέρδη μετά από φόρους. Ο αναβαλλόμενος φόρος επιτρέπει τον συμψηφισμό μελλοντικών φορολογικών υποχρεώσεων με ζημίες και προβλέψεις της κρίσης· μειώνει σημαντικά τον φόρο που καταβάλλεται σήμερα, αλλά δεν ταυτίζεται λογιστικά με πλήρη φοροαπαλλαγή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολόγιζε τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις σε 12,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2024, ποσό ίσο με το 41% των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Αυτό αποτελεί εξάρτηση από μια κρατικά κατοχυρωμένη απαίτηση και δικαιολογεί απολύτως την απαίτηση για ταχύτερη απόσβεσή της.
Επίσης, δεν «φεύγουν» στο εξωτερικό όλα τα κέρδη. Εκρέει το τμήμα των μερισμάτων που καταλήγει σε μη κατοίκους, ενώ τα αδιανέμητα κέρδη παραμένουν στα κεφάλαια των τραπεζών. Ο ελληνικός φόρος στα μερίσματα είναι πράγματι μόλις 5%, με πιθανές διαφοροποιήσεις από συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας και ευρωπαϊκές απαλλαγές.
Τα 3,5 δισ. και τα 53,5 δισ. δεν είναι συγκρίσιμα αυτούσια
Το ΤΧΣ διέθεσε τις συμμετοχές του στις τέσσερις συστημικές τράπεζες έναντι περίπου 3,5 δισ. ευρώ: 93,7 εκατ. από τη Eurobank, 293,5 εκατ. από την Alpha, 1,35 δισ. από την Πειραιώς και συνολικά περίπου 1,76 δισ. από τις δύο διαθέσεις μετοχών της Εθνικής. Το Ταμείο είχε εισφέρει περίπου 50 δισ. ευρώ κατά την κρίση, αν και το ακριβές συνολικό δημόσιο κόστος μεταβάλλεται ανάλογα με το τι περιλαμβάνει κανείς.
Η σημερινή συνολική χρηματιστηριακή αξία των τεσσάρων τραπεζών έφθασε περίπου τα 53,5 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2026. Δεν μπορεί, όμως, να αφαιρεθεί μηχανικά το τίμημα των 3,5 δισ. από τα 53,5 δισ.: το πρώτο αφορά συγκεκριμένα μειοψηφικά πακέτα που πούλησε το Δημόσιο, ενώ το δεύτερο το 100% της σημερινής αξίας των τραπεζών, μαζί με ιδιωτικά κεφάλαια, συσσωρευμένα κέρδη και μεταγενέστερες εξελίξεις.
Η λογιστική ακρίβεια δεν αθωώνει την πολιτική επιλογή. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: γιατί το κράτος ολοκλήρωσε την έξοδό του ακριβώς πριν αποτυπωθεί πλήρως η επιστροφή στην υψηλή κερδοφορία; Και ποια θα ήταν σήμερα η αξία των πακέτων που διατέθηκαν τότε;
Ο «Ηρακλής» είναι δημόσιος κίνδυνος — όχι ήδη πληρωμένη ζημία
Οι κρατικές εγγυήσεις του «Ηρακλή» δεν μπορούν να προστεθούν στις ανακεφαλαιοποιήσεις σαν να έχουν ήδη καταβληθεί. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο ήταν 17,124 δισ. ευρώ και στις 31 Μαρτίου 2026 είχε μειωθεί στα 16,710 δισ. ευρώ. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 δεν καταγράφηκαν καταπτώσεις εγγυήσεων, ενώ το Δημόσιο εισέπραξε προμήθειες 71,8 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για ενδεχόμενη υποχρέωση: δεν είναι σημερινή ταμειακή ζημία, αλλά μπορεί να γίνει πραγματικό δημοσιονομικό κόστος εάν οι ανακτήσεις των τιτλοποιήσεων αποτύχουν. Η ΕΚΤ προειδοποιεί ακριβώς γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Η πιο βαριά αλήθεια: 80 δισ. ευρώ δανείων σε φορείς του εξωτερικού
Στο τέλος του 2025, η ονομαστική αξία δανείων του εγχώριου ιδιωτικού τομέα που είχαν μεταβιβαστεί σε εξειδικευμένους χρηματοπιστωτικούς φορείς του εξωτερικού και εξυπηρετούνταν από ελληνικές εταιρείες διαχείρισης ανερχόταν σε 80,020 δισ. ευρώ. Από αυτά, 41,3 δισ. αφορούσαν ιδιώτες και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων 25,2 δισ. στεγαστικά· άλλα 10,5 δισ. αφορούσαν ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.
Τα funds απέκτησαν τις απαιτήσεις, όχι αυτομάτως τα σπίτια και την αγροτική γη. Τα ακίνητα αποτελούν εξασφαλίσεις και η κυριότητά τους αλλάζει μόνο μέσα από διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού. Αυτό δεν μειώνει το κοινωνικό βάρος: ένα τεράστιο κομμάτι ιδιωτικού χρέους βρίσκεται πλέον απέναντι σε οχήματα που έχουν ως βασικό σκοπό τη μεγιστοποίηση της ανάκτησης.
Η ευθύνη μοιράζεται — και γι’ αυτό δεν διαγράφεται
Δεν υπάρχει τεκμηρίωση που να επιτρέπει να βαφτιστεί συνολικά αυτή η πορεία «πολιτική διαφθορά». Υπάρχει, όμως, κάτι απολύτως αποδείξιμο: μια αλυσίδα πολιτικών επιλογών, σε διαδοχικές κυβερνήσεις, που άφησε τις ζημίες στους φορολογουμένους και στους παλαιούς μετόχους, περιόρισε δραματικά την ελληνική ιδιοκτησία και παρέδωσε μεγάλο μέρος της μελλοντικής υπεραξίας σε νέους επενδυτές.
Η Νέα Δημοκρατία φέρει ειδική ευθύνη για τον χρόνο, τη μέθοδο και τις αποτιμήσεις της τελικής αποεπένδυσης του ΤΧΣ, καθώς και για τη διαχείριση του πλαισίου «Ηρακλής» και των servicers. Δεν φέρει μόνη της την ευθύνη για το σύνολο της τραπεζικής κατάρρευσης από το 2010 και μετά. Η πραγματική λογοδοσία απαιτεί να ειπωθεί ποιος αποφάσισε τι, πότε και με ποιο αποτέλεσμα — όχι να φορτωθεί όλη η περίοδος σε μία μόνο κυβερνητική θητεία.
Το αίτημα, πλέον, πρέπει να είναι συγκεκριμένο: πλήρης δημόσιος λογαριασμός για κάθε ευρώ που εισφέρθηκε και ανακτήθηκε, για την αξία των κρατικών εγγυήσεων, για τον αναβαλλόμενο φόρο, για τα μερίσματα προς μη κατοίκους, για τις αποτιμήσεις των αποεπενδύσεων και για την πραγματική απόδοση των ρυθμίσεων στους δανειολήπτες.
Γιατί η ουσία είναι αρκετά σκληρή χωρίς υπερβολές: η κοινωνία ανέλαβε τον κίνδυνο όταν οι τράπεζες κατέρρεαν. Όταν επέστρεψαν τα κέρδη, ο δημόσιος έλεγχος είχε σχεδόν τελειώσει.

