Ο παραγωγός δηλώνει ότι η σοδειά του κατευθύνεται πλέον στο εξωτερικό, επικαλείται χημικές αναλύσεις και εγκρίσεις και απαντά στη λογική του «φθηνότερου με κάθε κόστος»
Η απουσία του από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε απορίες. Φίλοι και πελάτες τον ρωτούσαν αν συνεχίζει να διαθέτει μέλι, αν είναι καλά και γιατί εδώ και καιρό δεν δημοσιεύει τίποτα. Η απάντησή του δεν ήταν μια απλή ενημέρωση για τη νέα παραγωγή, αλλά μια ξεκάθαρη δήλωση αλλαγής πορείας.
Ο μελισσοκόμος εξηγεί ότι δεν εγκατέλειψε τη δουλειά του. Αντίθετα, υποστηρίζει πως τα προϊόντα του έχουν αρχίσει να ταξιδεύουν στο εξωτερικό, εκπληρώνοντας τον πρώτο στόχο που είχε θέσει όταν ξεκινούσε την προσπάθειά του. Η σιωπή του στο Facebook, όπως λέει, δεν σημαίνει αδράνεια αλλά μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την προβολή στη διεθνή αγορά.
Από τα περίπτερα στις διεθνείς αγορές
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, εδώ και περίπου έναν χρόνο δεν αναρτά συστηματικά προϊόντα σε ομάδες ή κοινωνικά δίκτυα. Θεωρεί ότι η πραγματική αξία του μελιού δεν αποδεικνύεται από τα likes, αλλά από τις αναλύσεις, τις εγκρίσεις και την αξιολόγησή του σε διεθνείς εκθέσεις.
Στις τέσσερις εκθέσεις στις οποίες συμμετείχε, αρκετοί επισκέπτες τον ρωτούσαν γιατί τα περίπτερά του δεν λειτουργούσαν ως σημεία λιανικής πώλησης. Ο ίδιος απαντά ότι ο στόχος ήταν η παρουσίαση και η δοκιμή των προϊόντων, όχι η άμεση πώλησή τους. Δηλώνει επίσης ότι οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούν πλέον για την ελληνική αγορά, καθώς κατευθύνονται σε παραγγελίες του εξωτερικού.
Παράλληλα προαναγγέλλει την ολοκλήρωση νέας ιστοσελίδας σε τέσσερις γλώσσες, μέσα από την οποία θα παρουσιαστεί η επόμενη φάση της δραστηριότητάς του. Οι αναφορές σε εξαγωγές, εργαστηριακούς ελέγχους και εγκρίσεις αποτελούν δηλώσεις του ίδιου του παραγωγού και δεν συνοδεύονταν στην ανάρτηση από πρόσθετα εμπορικά ή πιστοποιητικά στοιχεία.
Η σύγκρουση με τη λογική του «όσο πιο φθηνά γίνεται»
Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του αφορά την πίεση των τιμών. Περιγράφει μια αγορά στην οποία ο καταναλωτής αναζητά μέλι στα 10 ευρώ, λάδι στα 3 ευρώ και τραχανά στα 8 ευρώ, ανεξάρτητα από το κόστος παραγωγής, τον χρόνο εργασίας και τις προδιαγραφές που συνοδεύουν κάθε προϊόν.
Δεν καταδικάζει το δικαίωμα του πολίτη να αναζητεί χαμηλότερη τιμή. Υποστηρίζει, όμως, ότι η απαίτηση για διαρκώς φθηνότερο προϊόν συγκρούεται με το κόστος της ποιότητας, των αναλύσεων, των πιστοποιήσεων και της μικρής παραγωγής. Στη δική του περίπτωση επιλέγει, όπως λέει, να μη συμμετέχει σε αυτή τη σύγκριση και παραπέμπει όσους αναζητούν διαφορετικές τιμές σε άλλους σοβαρούς συναδέλφους του κλάδου.
Η θέση του ότι ποιότητα και ποσότητα δεν μπορούν να συνυπάρξουν αποτελεί προσωπική εκτίμηση. Αναδεικνύει, ωστόσο, μια υπαρκτή αγωνία πολλών μικρών παραγωγών: πώς μπορεί ένα προϊόν περιορισμένης παραγωγής, με ελέγχους και αυξημένο κόστος, να ανταγωνιστεί αποκλειστικά με κριτήριο την τιμή.
Το Facebook και οι «ειδικοί»
Με σαρκασμό, ο παραγωγός σχολιάζει και την κουλτούρα των κοινωνικών δικτύων. Μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας στο Facebook, γράφει ότι εκεί συναντά κανείς τους «καλύτερους» κυνηγούς, μελισσοκόμους, ψαράδες, εκτροφείς και ποδοσφαιριστές — μια αιχμή για την εύκολη αυθεντία, τις συγκρίσεις και την ανάγκη συνεχούς επιβεβαίωσης.
Το μήνυμά του είναι απόλυτο: δεν διαθέτει τον χρόνο να περνά δύο και τρεις ώρες καθημερινά πίσω από μια οθόνη κυνηγώντας αντιδράσεις. Προτιμά, όπως υποστηρίζει, να επενδύει στην παραγωγή, στην προετοιμασία των εξαγωγών και στην απευθείας επικοινωνία με όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για τα προϊόντα του.
Οι βάσεις από τους παππούδες
Πίσω από την αυστηρή γλώσσα υπάρχει και μια προσωπική αναφορά. Ο μελισσοκόμος ευχαριστεί τους παππούδες του, οι οποίοι, όπως σημειώνει, του έδωσαν από την ηλικία των πέντε ετών τις βάσεις για να αγαπήσει τη φύση. Αυτή τη βιωματική γνώση αντιπαραθέτει στην εικόνα του διαδικτυακού ειδικού που εμφανίζεται έτοιμος να κρίνει κάθε επάγγελμα και κάθε προϊόν.
Η ανάρτηση μπορεί να είναι οργισμένη, αλλά θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα για την ελληνική πρωτογενή παραγωγή. Η έξοδος στις διεθνείς αγορές δεν αποτελεί από μόνη της πιστοποιητικό ανωτερότητας. Δείχνει, όμως, ότι ένας μικρός παραγωγός μπορεί να επιλέξει άλλο δρόμο όταν θεωρεί πως η εγχώρια αγορά τον πιέζει να πουλήσει κάτω από τους όρους που ο ίδιος θεωρεί βιώσιμους.
Και κάπως έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί σταμάτησε να ανεβάζει φωτογραφίες με βάζα μελιού. Είναι αν η ελληνική αγορά μπορεί να αναγνωρίζει και να πληρώνει την τεκμηριωμένη ποιότητα — ή αν θα συνεχίσει να ζητά το καλύτερο προϊόν στην τιμή του φθηνότερου.

