Όταν σε ένα νοσοκομείο πολλαπλασιάζονται τα περιστατικά εξάντλησης, σοβαρής καταπόνησης και προβλημάτων υγείας εργαζομένων, δεν μπορεί η απάντηση να είναι η αμφισβήτηση, η σιωπή ή η μετάθεση ευθυνών.
Δεν είναι «γκρίνια».
Δεν είναι «υπερβολή».
Δεν είναι «συνδικαλιστική ρητορική».
Είναι προειδοποίηση.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας, οι εργαζόμενοι εδώ και καιρό περιγράφουν μια πραγματικότητα που δεν χωρά σε ωραίες ανακοινώσεις: υποστελέχωση, εξαντλητικές βάρδιες, συνεχείς εφημερίες, χρωστούμενα ρεπό, άδειες που δεν δίνονται, τμήματα που λειτουργούν στα όρια, προσωπικό που καλείται να καλύψει κενά που δεν του αναλογούν.
Και όταν μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζονται σοβαρά περιστατικά υγείας συναδέλφων, κάποιοι σπεύδουν να ρωτήσουν: «Πού είναι η απόδειξη ότι σχετίζονται με τις συνθήκες εργασίας;»
Η απάντηση είναι απλή:
Τι άλλο πρέπει να καταθέσει ο Σύλλογος Εργαζομένων;
Πόσες καταγγελίες πρέπει να γίνουν;
Πόσα ρεπό πρέπει να χαθούν;
Πόσες βάρδιες πρέπει να βγουν με προσωπικό κάτω από τα όρια ασφαλείας;
Πόσοι άνθρωποι πρέπει να λυγίσουν για να παραδεχθούν κάποιοι ότι το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, αλλά συστημικό;
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η χρόνια πίεση, η κόπωση, η αϋπνία, η εργασιακή εξουθένωση και η διαρκής υπερένταση δεν επιβαρύνουν τον οργανισμό. Τα επιστημονικά δεδομένα είναι ξεκάθαρα: οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία, οι πολλές ώρες, οι βάρδιες και το χρόνιο εργασιακό στρες έχουν συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει ότι ένας εργαζόμενος που δουλεύει διαρκώς στα όρια κάποια στιγμή θα πληρώσει το τίμημα. Και όταν αυτός ο εργαζόμενος υπηρετεί σε νοσοκομείο, το βάρος είναι ακόμη μεγαλύτερο. Γιατί δεν κουβαλά μόνο τη δική του κόπωση. Κουβαλά και την ευθύνη της ανθρώπινης ζωής.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη υποκρισία.
Από τη μία, όλοι μιλούν με σεβασμό για τους εργαζόμενους του ΕΣΥ. Από την άλλη, όταν οι ίδιοι εργαζόμενοι ζητούν ανθρώπινες συνθήκες, επαρκή στελέχωση, ρεπό, άδειες και προστασία της υγείας τους, αντιμετωπίζονται σαν να ζητούν κάτι υπερβολικό.
Όμως η υγεία των εργαζομένων δεν είναι προαιρετική παροχή. Είναι δικαίωμα. Και η προστασία της δεν είναι ευγένεια της διοίκησης. Είναι υποχρέωση.
Ο Σύλλογος Εργαζομένων δεν ζητά να βγουν αυθαίρετα ιατρικά συμπεράσματα. Ζητά να διερευνηθεί σοβαρά η πραγματικότητα. Ζητά να μη βαφτίζεται «σύμπτωση» κάθε περιστατικό. Ζητά να μη χρησιμοποιείται η απουσία ενός τελικού πορίσματος ως άλλοθι για αδράνεια.
Γιατί άλλο πράγμα η ιατρική αιτιότητα κάθε μεμονωμένου περιστατικού —που πρέπει να κρίνεται από τους αρμόδιους επιστήμονες— και άλλο πράγμα η ύπαρξη αντικειμενικών εργασιακών συνθηκών που αυξάνουν τον κίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων.
Και στο Γ.Ν. Χαλκίδας, το δεύτερο δεν μπορεί να κρυφτεί.
Η διοίκηση, η Πολιτεία και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να απαντήσουν άμεσα:
Έχει γίνει πλήρης εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου;
Έχουν καταγραφεί οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι;
Έχουν ελεγχθεί οι εφημερίες, οι βάρδιες, τα ρεπό και οι άδειες;
Έχει αξιολογηθεί η επίπτωση της υποστελέχωσης στην ασφάλεια εργαζομένων και ασθενών;
Έχει ενεργοποιηθεί ουσιαστικά ο ιατρός εργασίας και ο τεχνικός ασφαλείας;
Υπάρχει σχέδιο άμεσης ενίσχυσης των τμημάτων που λειτουργούν στα όρια;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για εργασιακή διεκδίκηση. Μιλάμε για δημόσια υγεία.
Ένα νοσοκομείο δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στην αυτοθυσία.
Δεν μπορεί να λειτουργεί επειδή κάποιοι εργαζόμενοι αντέχουν περισσότερο απ’ όσο πρέπει.
Δεν μπορεί να θεωρεί κανονικότητα την εξάντληση.
Δεν μπορεί να περιμένει πρώτα την κατάρρευση και μετά να ψάχνει δικαιολογίες.
Οι εργαζόμενοι του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκίδας έχουν κρατήσει όρθιο το νοσοκομείο μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφεθούν μόνοι τους. Δεν σημαίνει ότι η αντοχή τους είναι ανεξάντλητη. Δεν σημαίνει ότι η Πολιτεία μπορεί να τους θυμάται μόνο όταν χρειάζεται να τους χειροκροτήσει.
Το μήνυμα είναι σαφές:
Όταν οι εργαζόμενοι καταρρέουν, δεν φταίει η «ατυχία».
Φταίει ένα σύστημα που αγνόησε τα σημάδια.
Φταίει μια διοίκηση που δεν άκουσε εγκαίρως.
Φταίει μια Πολιτεία που άφησε τα νοσοκομεία να λειτουργούν με προσωπικό στα όρια.
Και αν σήμερα κάποιοι συνεχίζουν να αμφισβητούν, ας το πουν καθαρά:
Πόσοι ακόμη εργαζόμενοι πρέπει να φτάσουν στα όριά τους για να παραδεχθούν ότι το πρόβλημα υπάρχει;
Γιατί η προειδοποίηση έχει ήδη ακουστεί.
Το ζήτημα είναι αν οι αρμόδιοι θα τη λάβουν σοβαρά πριν να είναι αργά.

