Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται ήδη σε προεκλογική τροχιά για το 2027, ζητώντας αυτοδυναμία και τρίτη θητεία. Μόνο που ανάμεσα στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και την πραγματική ζωή των πολιτών υπάρχει πλέον ένα τεράστιο κενό: ακρίβεια, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, θεσμοί, κοινωνική κόπωση και μια Νέα Δημοκρατία που ακούει πια ρωγμές και από μέσα.
Η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν ήταν απλώς μια πολιτική τοποθέτηση. Ήταν η καθαρή έναρξη μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου. Ο πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του. Ζήτησε, ουσιαστικά, τρίτη εντολή. Ζήτησε ξανά αυτοδυναμία. Ζήτησε από τους πολίτες να του εμπιστευθούν τη χώρα μέχρι το 2030.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο ίδιος θεωρεί ότι έχει ακόμη πολιτικό σχέδιο.
Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία αντέχει άλλη μία τετραετία χωρίς πραγματικό λογαριασμό.
Γιατί ο πολίτης που βλέπει το καλάθι του σούπερ μάρκετ να αδειάζει πριν γεμίσει, δεν ακούει πια θεωρίες περί «δημοσιονομικής σταθερότητας» με την ίδια υπομονή. Ο εργαζόμενος που πληρώνει καύσιμα, ρεύμα, ενοίκιο, τρόφιμα και φόρους, δεν συγκινείται όταν του εξηγούν ότι η μείωση του ΦΠΑ «χάνεται στην εφοδιαστική αλυσίδα». Αυτό που ξέρει είναι ότι ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη πολιτική αντίφαση.
Η κυβέρνηση ζητά επιβράβευση για την οικονομία, την ώρα που η καθημερινότητα ζητά εξηγήσεις για την ακρίβεια. Ζητά εμπιστοσύνη για τους θεσμούς, την ώρα που η κοινωνία δεν έχει ξεχάσει τα Τέμπη. Ζητά πολιτική κυριαρχία, την ώρα που το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ εκθέτει ένα σύστημα ελέγχων, πληρωμών και ευθυνών που επί χρόνια δεν διορθώθηκε.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε μεν «μερίδιο ευθύνης» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά αυτή η φράση δεν αρκεί. Δεν μπορεί κάθε φορά που ένα πρόβλημα σκάει στα χέρια της κυβέρνησης να βαφτίζεται «δύσκολη μεταρρύθμιση». Δεν μπορεί η αποτυχία ελέγχου να εμφανίζεται ως απόπειρα εξυγίανσης που απλώς καθυστέρησε. Οι πολίτες δεν ζητούν λεκτική ανάληψη ευθύνης. Ζητούν πραγματικές συνέπειες.
Το ίδιο ισχύει και για τα Τέμπη. Όσο κι αν η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει πολιτικά το κεφάλαιο, η πληγή παραμένει ανοιχτή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα δυστύχημα. Πρόκειται για το σύμβολο ενός κράτους που υποσχέθηκε εκσυγχρονισμό, αλλά απέτυχε στα βασικά. Ασφάλεια, λογοδοσία, διαφάνεια, σεβασμός στη μνήμη των νεκρών και στις οικογένειές τους.
Και όταν μια κυβέρνηση μιλά για «αθλιότητες» και «λασπολόγηση», οφείλει να θυμάται κάτι απλό: η κοινωνία δεν είναι εχθρός. Οι οικογένειες δεν είναι αντιπολίτευση. Η αμφισβήτηση δεν είναι συνωμοσία. Είναι δημοκρατικό δικαίωμα, ειδικά όταν απέναντι υπάρχει κρατική αποτυχία.
Στα εθνικά θέματα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλησε να απαντήσει στην κριτική Σαμαρά και Καραμανλή, λέγοντας ότι είναι άδικη. Επικαλέστηκε το casus belli, τις κινήσεις νοτίως της Κρήτης, τις εξορύξεις, την επέκταση χωρικών υδάτων στο Ιόνιο. Όμως η πολιτική ουσία δεν εξαντλείται στο ποιος είπε τι στην Άγκυρα. Η ουσία είναι αν η χώρα έχει καθαρή στρατηγική, σταθερές κόκκινες γραμμές και εθνική αυτοπεποίθηση χωρίς επικοινωνιακές υπερβολές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η κριτική δεν έρχεται μόνο από την αντιπολίτευση. Έρχεται και από δύο πρώην πρωθυπουργούς της ίδιας παράταξης. Αυτό δεν είναι απλή εσωκομματική γκρίνια. Είναι ένδειξη πολιτικής φθοράς. Όταν μια κυβέρνηση που ζητά τρίτη εντολή πρέπει πρώτα να απαντήσει στους δικούς της πρώην αρχηγούς, τότε το αφήγημα της απόλυτης κυριαρχίας αρχίζει να τρίζει.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αναφορά στην αυτοδυναμία. Ο πρωθυπουργός παρουσίασε ουσιαστικά την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας ως μονόδρομο. Όμως η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με εκβιαστικά διλήμματα. Δεν υπάρχει μόνο το «ή αυτοδυναμία ή περιπέτεια». Υπάρχει και η πολιτική ευθύνη. Υπάρχει και η συνεργασία. Υπάρχει και η ανάγκη μιας χώρας να μη θεωρείται ιδιοκτησία κανενός κόμματος.
Η φράση «να υπάρχει κυβέρνηση τη Δευτέρα» ακούγεται πρακτική. Στην πραγματικότητα, όμως, κρύβει έναν φόβο: ότι η Νέα Δημοκρατία δεν ζητά απλώς νέα εντολή, αλλά λευκή επιταγή. Και αυτήν τη λευκή επιταγή οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να την ξανασκεφτούν.
Γιατί η χώρα δεν χρειάζεται απλώς κυβέρνηση. Χρειάζεται κυβέρνηση που λογοδοτεί. Χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν. Χρειάζεται δημόσιο χρήμα που ελέγχεται. Χρειάζεται δικαιοσύνη που δεν αργεί μέχρι να ξεχαστεί η υπόθεση. Χρειάζεται ΜΜΕ που δεν εξαρτώνται από λίστες, καμπάνιες και κρατική εύνοια. Χρειάζεται πολιτικό σύστημα που δεν θυμάται την κοινωνία μόνο όταν πλησιάζουν κάλπες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά τρίτη εντολή.
Η κοινωνία, όμως, ζητά κάτι άλλο: λογαριασμό.
Λογαριασμό για την ακρίβεια.
Λογαριασμό για τα Τέμπη.
Λογαριασμό για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Λογαριασμό για το κράτος δικαίου.
Λογαριασμό για το ποιος πλήρωσε, ποιος κέρδισε, ποιος καλύφθηκε και ποιος έμεινε απροστάτευτος.
Και όσο αυτός ο λογαριασμός δεν δίνεται, καμία επικοινωνιακή συνέντευξη, καμία επίκληση σταθερότητας και καμία προειδοποίηση περί ακυβερνησίας δεν μπορεί να κρύψει το βασικό:
Η τρίτη εντολή δεν είναι δικαίωμα κανενός.
Είναι κρίση της κοινωνίας.
Και αυτή τη φορά η κοινωνία δεν ακούει απλώς.
Μετράει.

