Το Βερολίνο διεκδικεί μερίδιο από επενδύσεις 108 δισ. δολαρίων, την ώρα που Αθήνα και Ουάσιγκτον προωθούν τον Κάθετο Διάδρομο προς την Κεντρική Ευρώπη
Η επίσκεψη της Γερμανίδας ομοσπονδιακής υπουργού Οικονομίας και Ενέργειας, Κατερίνα Ράιχε, στην Τουρκία στις 18 και 19 Ιουνίου 2026 δεν ήταν μια ακόμη εθιμοτυπική διπλωματική αποστολή. Συνοδευόμενη από περίπου 30 εκπροσώπους γερμανικών επιχειρήσεων, η Ράιχε συμμετείχε στην έκτη συνεδρίαση της γερμανοτουρκικής Μικτής Οικονομικής και Εμπορικής Επιτροπής –JETCO– και στο έβδομο Γερμανοτουρκικό Ενεργειακό Φόρουμ στην Άγκυρα.
Οι συναντήσεις της με τον Τούρκο υπουργό Εμπορίου Ομέρ Μπολάτ, τον υπουργό Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ και τον υπουργό Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ δείχνουν ότι η γερμανική αποστολή δεν ενδιαφερόταν απλώς για εξαγωγές εξοπλισμού. Στόχος είναι η βαθύτερη συμμετοχή γερμανικών επιχειρήσεων στον τεράστιο ενεργειακό μετασχηματισμό που σχεδιάζει η Άγκυρα.
Ενεργειακή πίτα 108 δισ. δολαρίων
Η Τουρκία έχει ανακοινώσει ότι έως το 2035 θέλει να τετραπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ της σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, φτάνοντας συνολικά τα 120.000 μεγαβάτ.
Για την επίτευξη του στόχου υπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν:
80 δισ. δολάρια για νέα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και περίπου 28 δισ. δολάρια για δίκτυα μεταφοράς, υποσταθμούς και γραμμές υψηλής τάσης.
Πρόκειται, επομένως, για συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα περίπου 108 δισ. δολαρίων και όχι ευρώ, όπως συχνά αναπαράγεται.
Η Γερμανία θέλει μέρος αυτής της πίτας. Διαθέτει εταιρείες με τεχνογνωσία στις ανεμογεννήτριες, στα φωτοβολταϊκά, στα ηλεκτρικά δίκτυα, στην αποθήκευση ενέργειας, στις αντλίες θερμότητας, στην ενεργειακή αποδοτικότητα και στα συστήματα υδρογόνου. Η τουρκική αγορά προσφέρει τόσο μεγάλα έργα όσο και γεωγραφική πρόσβαση προς τα Βαλκάνια, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή.
8.600 γερμανικές επιχειρήσεις στην Τουρκία
Η οικονομική διείσδυση της Γερμανίας στην Τουρκία δεν αρχίζει σήμερα. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η τουρκική πλευρά, περίπου 8.600 επιχειρήσεις γερμανικών συμφερόντων δραστηριοποιούνται ήδη στη χώρα, με τις συνολικές γερμανικές άμεσες επενδύσεις να υπολογίζονται σε περίπου 26,5 δισ. δολάρια.
Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη αγορά για τις τουρκικές εξαγωγές, ενώ το διμερές εμπόριο έφτασε το 2025 περίπου τα 52 δισ. δολάρια. Οι δύο κυβερνήσεις έχουν ήδη θέσει ως επόμενο στόχο την υπέρβαση των 60 δισ. δολαρίων.
Επομένως, το Βερολίνο δεν αντιμετωπίζει την Τουρκία μόνο ως πολιτικό ή μεταναστευτικό εταίρο. Την αντιμετωπίζει ως μεγάλη βιομηχανική αγορά, παραγωγική βάση και στρατηγικό πέρασμα των ευρωπαϊκών εφοδιαστικών και ενεργειακών αλυσίδων.
Η Τουρκία θέλει να ελέγχει τις ροές
Η φιλοδοξία της Άγκυρας είναι σαφής: να εξελιχθεί σε χώρα από την οποία θα διέρχονται φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια και μελλοντικά πράσινο υδρογόνο από διαφορετικές πηγές.
Ρωσία, Αζερμπαϊτζάν, Κασπία, Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειος και ευρωπαϊκά δίκτυα συγκλίνουν γεωγραφικά γύρω από την Τουρκία. Όποιος ελέγχει τις διασυνδέσεις, τις αποθήκες και τα εμπορικά κέντρα διαπραγμάτευσης δεν κερδίζει μόνο χρήματα. Αποκτά και πολιτική επιρροή.
Η γερμανική συμμετοχή σε δίκτυα και ενεργειακές υποδομές βοηθά αντικειμενικά την Τουρκία να πλησιάσει αυτόν τον στόχο, ακόμη και εάν δεν υπάρχει επισήμως ανακοινωμένη γερμανική απόφαση που να της αποδίδει τον τίτλο του «ενεργειακού κόμβου».
Τι συμβαίνει με τον Κάθετο Διάδρομο
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Αθήνα, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και ευρωπαϊκών κρατών, επιδιώκει να καταστεί η νότια πύλη εισόδου LNG προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου σχεδιάστηκε ώστε να επιτρέπει τη μεταφορά αερίου από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, αξιοποιώντας τη Ρεβυθούσα, την Αλεξανδρούπολη και τις διασυνδέσεις των εθνικών συστημάτων.
Ωστόσο, χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση: το τουρκικό πρόγραμμα των 108 δισ. δολαρίων αφορά κυρίως ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ και ηλεκτρικά δίκτυα, ενώ ο Κάθετος Διάδρομος αφορά κατά βάση φυσικό αέριο και LNG. Συνεπώς, τα δύο σχέδια δεν βρίσκονται σε άμεση τεχνική αντίθεση.
Βρίσκονται, όμως, σε ευρύτερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Ελλάδα και Τουρκία διεκδικούν ρόλο πύλης προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Διεκδικούν επενδύσεις, διασυνδέσεις, συμβόλαια μεταφοράς και πολιτική επιρροή πάνω στις μελλοντικές ενεργειακές ροές.
Η σιωπή για Κύπρο και δικαιώματα
Στις επίσημες ανακοινώσεις και στις δημόσιες τοποθετήσεις της γερμανικής αποστολής κυριάρχησαν η οικονομία, η ενέργεια, οι επιχειρηματικές συνεργασίες και οι διεθνείς κρίσεις. Δεν καταγράφεται δημόσια αναφορά της Ράιχε στο Κυπριακό ή στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.
Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η παράλειψη ήταν «εσκεμμένη». Το πολιτικό αποτέλεσμα, όμως, είναι συγκεκριμένο: μπροστά στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τα δύσκολα ευρωπαϊκά ζητήματα έμειναν εκτός της δημόσιας ατζέντας.
Η Ελλάδα δεν δικαιούται να επαναπαύεται
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί η Γερμανία υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Αυτό ακριβώς κάνουν τα σοβαρά κράτη.
Το ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα διαθέτει ολοκληρωμένη στρατηγική ώστε να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε πραγματική οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.
Οι υποδομές της Ρεβυθούσας, της Αλεξανδρούπολης, του ΔΕΣΦΑ, του TAP και του ελληνοβουλγαρικού αγωγού προσφέρουν στην Ελλάδα σημαντικό πλεονέκτημα. Οι μακροχρόνιες δεσμεύσεις χωρητικότητας στη Ρεβυθούσα μέχρι το 2040 δείχνουν ότι υπάρχει πραγματικό εμπορικό ενδιαφέρον.
Τίποτε, όμως, δεν είναι δεδομένο.
Ενώ η Ελλάδα συζητά συχνά για τον μελλοντικό της ρόλο, η Τουρκία καλεί υπουργούς, τράπεζες και δεκάδες πολυεθνικές εταιρείες, παρουσιάζει έργα δεκάδων δισεκατομμυρίων και υπογράφει συμφωνίες.
Στην ενέργεια, οι κόμβοι δεν δημιουργούνται με δηλώσεις. Δημιουργούνται με αγωγούς, καλώδια, κεφάλαια, συμβόλαια και μακροχρόνια κρατική στρατηγική. Και σε αυτό το πεδίο η Άγκυρα κινείται γρήγορα, με τη Γερμανία ήδη δίπλα της.

