Όταν οι αποκαλύψεις έρχονται από τις Βρυξέλλες και οι «εξηγήσεις» από το Μαξίμου, τότε το πρόβλημα δεν είναι η Κοβέσι. Είναι η ίδια η λειτουργία του ελληνικού κράτους
Υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία ακόμη και το πιο καλοστημένο αφήγημα καταρρέει. Μια στιγμή που οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι για κάθε σκάνδαλο φταίνε κάποιοι «κακοί ξένοι», κάποιοι «εμμονικοί εισαγγελείς», κάποια «σκοτεινά κέντρα» των Βρυξελλών που δήθεν επιβουλεύονται την Ελλάδα.
Αυτή η στιγμή φαίνεται πως έφτασε.
Γιατί, όσες φορές τα τελευταία χρόνια άνοιξε πραγματικά μια σοβαρή υπόθεση, όσες φορές κάποιος τόλμησε να ψάξει κάτω από το χαλί, όσες φορές άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της διαπλοκής, της κακοδιοίκησης ή της θεσμικής εκτροπής, η αρχή δεν έγινε στην Αθήνα.
Έγινε στην Ευρώπη.
Από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Από βελγικές ή άλλες ευρωπαϊκές Αρχές. Από θεσμούς που, παρά τις αδυναμίες τους, δεν ελέγχονται από το εκάστοτε πρωθυπουργικό γραφείο, δεν περιμένουν κομματική έγκριση και δεν υπολογίζουν ποιος είναι φίλος, πρώην υπουργός, επίτροπος ή «ισχυρός παράγοντας».
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η γνωστή μηχανή λειτουργεί υποδειγματικά.
Καθυστερήσεις. Αρχειοθετήσεις. Προανακριτικές χωρίς μάρτυρες. Εξεταστικές με προαποφασισμένα πορίσματα. Πολιτικές ευθύνες που εξαϋλώνονται. Ποινικές ευθύνες που χάνονται πίσω από παραγραφές, ασυλίες και διαδικαστικά τεχνάσματα.
Και στο τέλος, μια κυβέρνηση που εμφανίζεται πάντοτε έκπληκτη.
Δεν ήξερε για τις υποκλοπές.
Δεν ήξερε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Δεν ήξερε για τις Πολεοδομίες.
Δεν ήξερε για όσα συνέβαιναν στα Τέμπη πριν και μετά την τραγωδία.
Δεν ξέρει ποτέ τίποτα, αλλά με έναν μυστηριώδη τρόπο γνωρίζει εγκαίρως όσα θα έπρεπε να γνωρίζει μόνο η Δικαιοσύνη.
Ποιος ενημέρωσε ποιον;
Το πλέον ανατριχιαστικό στοιχείο στην υπόθεση Αβραμόπουλου δεν είναι μόνο το ευρωπαϊκό ένταλμα ούτε οι ισχυρισμοί των βελγικών Αρχών, οι οποίοι ασφαλώς πρέπει να κριθούν από τη Δικαιοσύνη.
Το τεράστιο θεσμικό ζήτημα είναι άλλο.
Ο ίδιος ο Δημήτρης Αβραμόπουλος φέρεται να δήλωσε ότι ενημερώθηκε για την υπόθεση από το Γραφείο του Πρωθυπουργού.
Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε για μια απλή πολιτική αβρότητα. Δεν μιλάμε για ένα τηλεφώνημα «ενημέρωσης» μεταξύ παλιών γνωστών.
Μιλάμε για ένα κράτος στο οποίο το Μαξίμου φαίνεται να πληροφορείται δικαστικές κινήσεις πριν αυτές ακολουθήσουν τη θεσμική τους διαδρομή.
Και τότε το ερώτημα είναι αμείλικτο:
Πώς γνώριζε το πρωθυπουργικό γραφείο; Ποιος το ενημέρωσε; Με ποια αρμοδιότητα; Και πόσες ακόμη φορές έχει συμβεί το ίδιο;
Διότι η Δικαιοσύνη δεν είναι γραφείο Τύπου της κυβέρνησης. Τα δικαστικά έγγραφα δεν είναι υπηρεσιακά σημειώματα του Μαξίμου. Και τα εντάλματα δεν μπορούν να κυκλοφορούν ως κομματική πληροφόρηση σε κλειστά κυβερνητικά γραφεία.
Σε μια κανονική Δημοκρατία, αυτά τα ερωτήματα θα προκαλούσαν πολιτικό σεισμό.
Στην Ελλάδα, κινδυνεύουν να χαθούν μέσα σε τηλεοπτικές κοκορομαχίες, ύβρεις, επιλεκτικές διαρροές και επικοινωνιακό θόρυβο.
Η Κοβέσι δεν είναι ο «δράκος»
Η κυβέρνηση και οι πρόθυμοι υπερασπιστές της προσπάθησαν πολλές φορές να παρουσιάσουν τη Λάουρα Κοβέσι και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως εξωτερικούς διώκτες που δεν καταλαβαίνουν την ελληνική πραγματικότητα.
Η αλήθεια είναι πολύ πιο ενοχλητική.
Την ελληνική πραγματικότητα την έχουν καταλάβει πλέον όλοι.
Έχουν καταλάβει ότι στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα δεν αυτοκαθαίρεται.
Έχουν καταλάβει ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετατρέπεται σε προστατευτικό τείχος για υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη.
Έχουν καταλάβει ότι οι θεσμοί λειτουργούν συχνά με δύο ταχύτητες: μία για τον απλό πολίτη και μία για τους ανθρώπους της εξουσίας.
Και κυρίως, έχουν καταλάβει ότι όταν μια υπόθεση μένει αποκλειστικά στα χέρια του εγχώριου μηχανισμού, οι πιθανότητες πλήρους διαλεύκανσης μειώνονται δραματικά.
Ο «δράκος», λοιπόν, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες.
Δεν είναι η Κοβέσι.
Δεν είναι οι Βέλγοι εισαγγελείς.
Δεν είναι η Ευρώπη που δήθεν επιτίθεται στην Ελλάδα.
Ο πραγματικός κίνδυνος για τη Δημοκρατία βρίσκεται σε ένα σύστημα εξουσίας που απαιτεί από τους πολίτες να εμπιστεύονται θεσμούς οι οποίοι, ξανά και ξανά, εμφανίζονται ανήμποροι ή απρόθυμοι να ελέγξουν τους ισχυρούς.
Το δίλημμα είναι πλέον καθαρό
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που ερευνούν, ζητούν στοιχεία, εκδίδουν εντάλματα και απαιτούν λογοδοσία.
Από την άλλη, ένα ελληνικό πολιτικό σύστημα που απαντά με σιωπή, άρνηση, συμψηφισμό και επίθεση σε όποιον τολμά να ελέγξει.
Και στη μέση βρίσκεται ο πολίτης.
Ο πολίτης που έχει κουραστεί να ακούει ότι «όλα λειτουργούν άψογα», την ώρα που κάθε μεγάλη αποκάλυψη έρχεται από το εξωτερικό.
Ο πολίτης που βλέπει πως για ένα απλήρωτο πρόστιμο το κράτος εμφανίζεται αμείλικτο, αλλά για τις μεγάλες υποθέσεις γίνεται ξαφνικά τυφλό, κουφό και αναρμόδιο.
Ο πολίτης που αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το ζήτημα του Κράτους Δικαίου δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση για νομικούς και καθηγητές.
Είναι η ίδια του η ζωή.
Είναι η ασφάλειά του.
Είναι η ισότητα απέναντι στον νόμο.
Είναι η βεβαιότητα ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τη Δικαιοσύνη.
Το παραμύθι τελείωσε
Για χρόνια μας έλεγαν ότι όλα είναι θεωρίες συνωμοσίας.
Ότι οι υποκλοπές ήταν «νόμιμες επισυνδέσεις».
Ότι στα Τέμπη δεν υπήρξε συγκάλυψη.
Ότι οι ευρωπαϊκές έρευνες είναι υπερβολές.
Ότι οι καταγγελίες αποτελούν πολιτική εργαλειοποίηση.
Ότι οι θεσμοί λειτουργούν.
Όμως το παραμύθι δεν έχει πλέον δράκο.
Έχει μόνο πρωταγωνιστές που δεν μπορούν να κρυφτούν άλλο πίσω από επικοινωνιακές δικαιολογίες.
Και μια κοινωνία που αρχίζει να καταλαβαίνει ότι, όταν η Ευρώπη ερευνά και η Αθήνα κουκουλώνει, το πρόβλημα δεν είναι οι «ξένοι».
Το πρόβλημα είναι ένα καθεστώς εξουσίας που φοβάται περισσότερο την αλήθεια από όσο φοβάται τη θεσμική εκτροπή.
