Τους παραδώσαμε μια χώρα χωρίς προοπτική, μια κοινωνία χωρίς εμπιστοσύνη και ύστερα τους κατηγορούμε ότι δεν έχουν ιδανικά
Οι μεγάλοι συνηθίζουν να μιλούν για τους νέους σαν να πρόκειται για κάποιο ανεξήγητο κοινωνικό φαινόμενο.
«Δεν ενδιαφέρονται για τίποτα».
«Δεν αγωνίζονται».
«Δεν έχουν όνειρα».
«Όλη μέρα βρίσκονται μπροστά σε μια οθόνη».
Κανείς, βέβαια, δεν αναρωτιέται τι ακριβώς τους παραδώσαμε για να ονειρευτούν.
Μια χώρα όπου η αξιοκρατία υπάρχει κυρίως στις προεκλογικές ομιλίες. Όπου οι γνωριμίες, τα οικογενειακά ονόματα και οι κομματικοί μηχανισμοί εξακολουθούν να ανοίγουν περισσότερες πόρτες από τα πτυχία, την εργατικότητα και την εντιμότητα.
Μια οικονομία που ζητά από έναν νέο να σπουδάζει μέχρι τα 25 ή τα 30 του χρόνια, για να του προσφέρει έπειτα έναν μισθό που δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο.
Μια αγορά εργασίας που βαφτίζει «ευκαιρία» την ανασφάλεια, «ευελιξία» την εκμετάλλευση και «απόκτηση εμπειρίας» την κακοπληρωμένη ή απλήρωτη εργασία.
Και μια κοινωνία που απαιτεί από τα παιδιά της να χαμογελούν, να είναι παραγωγικά, να δημιουργήσουν οικογένεια, να αποκτήσουν σπίτι και να κάνουν παιδιά, την ώρα που τους έχει στερήσει σχεδόν κάθε υλική δυνατότητα να πραγματοποιήσουν όλα τα παραπάνω.
Το παιχνίδι δεν είναι δύσκολο. Είναι σημαδεμένο
Οι νέοι δεν είναι ανόητοι.
Βλέπουν ποιοι κυβερνούν, ποιοι αποφασίζουν, ποιοι πλουτίζουν και ποιοι πληρώνουν μονίμως τον λογαριασμό.
Βλέπουν πολιτικούς να μιλούν για θυσίες, ενώ οι ίδιοι ζουν προστατευμένοι από κάθε συνέπεια των αποφάσεών τους.
Βλέπουν επιχειρηματικά συμφέροντα να συνομιλούν απευθείας με την εξουσία, δημοσιογράφους να λειτουργούν ως γραφεία Τύπου και δημόσιες συζητήσεις να οργανώνονται έτσι ώστε να μη συζητείται ποτέ το πραγματικό πρόβλημα.
Βλέπουν ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες να απογειώνονται επειδή γεννήθηκαν στη σωστή οικογένεια, βρέθηκαν στο σωστό κόμμα ή φωτογραφήθηκαν δίπλα στον σωστό παράγοντα.
Και ύστερα ακούν τους ίδιους ανθρώπους να τους κάνουν διαλέξεις περί ατομικής ευθύνης.
Πώς να πιστέψουν σε ένα σύστημα που επιβραβεύει συστηματικά εκείνους που γνωρίζουν τους κατάλληλους ανθρώπους και όχι εκείνους που κάνουν σωστά τη δουλειά τους;
Πώς να εμπιστευτούν μια κοινωνία που τους ζητά να παίξουν τίμια σε ένα τραπέζι με σημαδεμένη τράπουλα;
Μια γενιά εκπαιδευμένη στην απογοήτευση
Η προηγούμενη γενιά μεγάλωσε πιστεύοντας ότι, με λίγη προσπάθεια, θα μπορούσε να ζήσει καλύτερα από τους γονείς της.
Η σημερινή γενιά γνωρίζει ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να ζήσει χειρότερα.
Γνωρίζει ότι μπορεί να εργάζεται περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο.
Ότι μπορεί να έχει περισσότερα πτυχία και μικρότερη εργασιακή ασφάλεια.
Ότι μπορεί να πληρώνει για δεκαετίες ενοίκιο χωρίς να αποκτήσει ποτέ δικό της σπίτι.
Ότι η σύνταξη, η σταθερή εργασία και η κοινωνική προστασία που γνώρισαν οι προηγούμενοι δεν αποτελούν πλέον δικαιώματα, αλλά μακρινές αναμνήσεις.
Δεν πρόκειται για απαισιοδοξία. Πρόκειται για αριθμητική.
Και οι νέοι, όσο κι αν τους αντιμετωπίζουμε ως παιδιά, γνωρίζουν να μετρούν.
Δεν περιμένουν να αλλάξουν τον κόσμο
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι βλέπουν τη σαπίλα.
Το ανησυχητικό είναι ότι έχουν μάθει να ζουν μαζί της.
Δεν περιμένουν πολιτικούς σωτήρες. Δεν εμπιστεύονται κόμματα, τηλεοπτικούς αστέρες, διαμορφωτές γνώμης και επαγγελματίες επαναστάτες.
Δεν πιστεύουν ότι κάποια μεγάλη συλλογική προσπάθεια θα αλλάξει τα πάντα.
Προσπαθούν να βρουν μια προσωπική έξοδο κινδύνου.
Ένα επάγγελμα που μπορεί να γίνει εξ αποστάσεως.
Μια χώρα όπου θα αμείβονται καλύτερα.
Μια παράλληλη δουλειά.
Ένα ψηφιακό εισόδημα.
Μια γνωριμία που θα τους ανοίξει κάποια πόρτα.
Ένα τέχνασμα για να αποφύγουν τις παγίδες που έστησαν οι προηγούμενοι.
Δεν επιδιώκουν απαραίτητα να νικήσουν το σύστημα. Επιδιώκουν να μην τους συνθλίψει.
Αυτό δεν είναι επανάσταση.
Είναι επιβίωση.
Οι πραγματικά αποτυχημένοι είμαστε εμείς
Είναι εύκολο να κατηγορούμε τα παιδιά ότι δεν έχουν ιδανικά.
Δυσκολότερο είναι να παραδεχτούμε ότι εμείς απαξιώσαμε κάθε ιδανικό.
Μιλήσαμε για δημοκρατία και ανεχθήκαμε τη διαπλοκή.
Μιλήσαμε για αξιοκρατία και διορίσαμε τους δικούς μας.
Μιλήσαμε για δικαιοσύνη και συμβιβαστήκαμε με την ατιμωρησία.
Μιλήσαμε για δημόσια παιδεία και υγεία, αλλά τις αφήσαμε να καταρρέουν.
Μιλήσαμε για πατρίδα, ενώ ένα μεγάλο μέρος της χώρας μετατράπηκε σε φθηνό τουριστικό προϊόν και τα παιδιά της οδηγήθηκαν στη μετανάστευση.
Μιλήσαμε για οικογένεια, αλλά δημιουργήσαμε μια πραγματικότητα στην οποία η δημιουργία οικογένειας θεωρείται πλέον οικονομικό ρίσκο.
Και τώρα κοιτάζουμε τους νέους με αυστηρό ύφος και τους ρωτάμε γιατί δεν ενθουσιάζονται.
Με τι ακριβώς να ενθουσιαστούν;
Το «θα τη βγάλουμε» δεν είναι όραμα
Η νέα γενιά διαθέτει εξυπνάδα, ενημέρωση, ταχύτητα και απίστευτη ικανότητα προσαρμογής.
Διαθέτει όμως όλο και λιγότερη εμπιστοσύνη.
Δεν πιστεύει ότι η κοινωνία θα τη στηρίξει. Δεν πιστεύει ότι το κράτος θα τη δικαιώσει. Δεν πιστεύει ότι οι θεσμοί θα την προστατεύσουν.
Πιστεύει κυρίως στον ελιγμό.
Στο να περάσει ανάμεσα από τις χαραμάδες.
Στο να αποφύγει τα χειρότερα.
Στο να «τη βγάλει καθαρή».
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη καταδίκη της δικής μας γενιάς.
Δεν παραδώσαμε στα παιδιά μας έναν κόσμο που θέλουν να αλλάξουν.
Τους παραδώσαμε έναν κόσμο από τον οποίο προσπαθούν να γλιτώσουν.
Και το χειρότερο;
Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι έχουμε το δικαίωμα να τους κάνουμε και μάθημα.

