Μια 72χρονη γυναίκα πέθανε στη Θεσσαλονίκη επειδή κάποιοι αποφάσισαν να στείλουν ένα, κατά τα φαινόμενα πολιτικό, μήνυμα με γκαζάκια. Δεν γνώριζε τους δράστες, δεν συμμετείχε σε καμία πολιτική αντιπαράθεση και, προφανώς, δεν είχε επιλέξει να γίνει μέρος της αρρωστημένης τους “επανάστασης”. Βρισκόταν απλώς στο σπίτι της. Κι αυτό ήταν αρκετό…
Η τριπλή, συντονισμένη επίθεση σε κατοικίες στελεχών της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν “παρέμβαση”, “ακτιβισμός” ή μία ακόμη νυχτερινή αταξία κάποιων θερμοκέφαλων. Ήταν πολιτική βία με δολοφονικό αποτέλεσμα. Όποιοι κι αν αποδειχθεί ότι ήταν οι δράστες και όποια ταμπέλα κι αν χρησιμοποιήσουν, γνώριζαν ότι τοποθετούσαν εμπρηστικούς μηχανισμούς σε κατοικημένες πολυκατοικίες, ενώ μέσα κοιμούνταν άνθρωποι. Η φωτιά δεν διαβάζει προκηρύξεις, δεν ξεχωρίζει κόμματα και δεν ενδιαφέρεται για το ποιος βρίσκεται στη “σωστή πλευρά της Ιστορίας”. Καίει τα πάντα και τους πάντες στο διάβα της…
Αυτή η απλή αλήθεια είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή στην Ελλάδα, επειδή εδώ και δεκαετίες έχουμε αναπτύξει μια παράξενη κλίμακα ανοχής. Το τρικάκι θεωρείται γραφικό, η εισβολή σε γραφείο “συμβολική”, το γκαζάκι “προειδοποιητικό”, η μολότοφ αποδεκτή “όταν βρίσκεσαι από την σωστή πλευρά”. Μέχρι να καεί κάποιος. Τότε όλοι ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι η βία είναι τυφλή, εκδίδουν ανακοινώσεις και επιστρέφουν λίγο αργότερα στην παλιά, καλοβολεμένη τους κανονικότητα. Όχι η γιαγιά Βάγια όμως…
Για να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, η κοινωνική ανοχή στις “γραφικές” ή “συμβολικές” μορφές πολιτικής βίας δημιουργεί τις συνθήκες μέσα από τις οποίες η κλιμάκωση έρχεται φυσιολογικά. Όταν το πρώτο βήμα αντιμετωπίζεται ως πολιτικό φολκλόρ, το δεύτερο έρχεται ευκολότερα και το τρίτο αργά ή γρήγορα θα καταλήξει σε κάποιο νοσοκομείο ή νεκροτομείο. Η τρομοκρατία δεν γεννιέται πάντοτε έτοιμη, με οργάνωση, σφραγίδα και πολυσέλιδη προκήρυξη. Συχνά μεγαλώνει μέσα στην ανοχή, στην ανίερη “έλα μωρέ, παιδιά είναι!” δικαιολόγηση και στην ηθική εξαίρεση που επιφυλάσσουμε στην “δική μας βία”.
Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική δυτική χώρα που αντιμετωπίζει τρομοκρατικές απειλές. Είναι όμως μία από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες δημοκρατίες όπου η εγχώρια, ιδεολογικά επενδυμένη τρομοκρατία παρουσιάζει τέτοια διάρκεια, ικανότητα αναπαραγωγής και επανάληψης στον χρόνο. Η 17 Νοέμβρη δολοφονούσε επί 27 χρόνια και εξαρθρώθηκε όταν ένας μηχανισμός εξερράγη στα χέρια μέλους της, όχι επειδή το κράτος είχε κατορθώσει να διεισδύσει στους κύκλους της. Ακολούθησαν νέες οργανώσεις, νέα ονόματα, νέες γενιές και το ίδιο περίπου υπόστρωμα.
Εδώ χρειάζεται μία δυσάρεστη διευκρίνιση. “Αποτελεσματική” τρομοκρατία δεν σημαίνει ότι πέτυχε τον διακηρυγμένο πολιτικό της στόχο. Καμία οργάνωση δεν ανέτρεψε τον καπιταλισμό ούτε έφερε λαϊκή εξουσία με πιστόλια και εκρηκτικά. Σημαίνει όμως ότι μπόρεσε να σκοτώνει, να εκβιάζει, να επιλέγει στόχους, να παράγει φόβο και να επιβιώνει επιχειρησιακά για χρόνια. Με αυτό το μέτρο, το ελληνικό φαινόμενο υπήρξε πράγματι αποτελεσματικό. Και μόνο το γεγονός ότι κάθε γενιά δραστών βρίσκει έτοιμη μια μικρή δεξαμενή κατανόησης, δικαιολογιών και ηρωοποίησης, αποτελεί αποτυχία όχι μόνο της Αστυνομίας, αλλά ολόκληρης της πολιτείας.
Το ελληνικό κράτος έχει πετύχει να εξαρθρώσει σημαντικά σχήματα τρομοκρατών και διαθέτει ικανά στελέχη. Αλλά η συνολική του αποτελεσματικότητα παραμένει πολύ χαμηλότερη από ό,τι απαιτεί το πρόβλημα. Συνήθως κινητοποιείται μετά την έκρηξη, ενισχύει προσωρινά την επιτήρηση, πραγματοποιεί συλλήψεις και περιμένει την επόμενη μετάλλαξη του χώρου. Η αντιτρομοκρατική πολιτική όμως δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι συλλαμβάνονται αφού τοποθετηθεί η βόμβα. Κρίνεται κυρίως από το πόσες βόμβες δεν τοποθετούνται ποτέ. Αυτό απαιτεί σταθερή δουλειά διείσδυσης και πληροφόρησης περί των όσων γίνονται, θεσμική συνέχεια, συνεργασία υπηρεσιών, γρήγορη δικαιοσύνη και πολιτική συμφωνία ότι δεν υπάρχουν ανεκτές εκδοχές τρομοκρατίας.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα καμένα αυτοκίνητα. Όταν ένας πολίτης μπορεί να γίνει στόχος επειδή πολιτεύεται, η Δημοκρατία αρχίζει να επιλέγει στελέχη με κριτήριο όχι την ικανότητα αλλά την αντοχή στον φόβο. Όταν η βία γίνεται μόνιμη επωδός της πολιτικής, οι μετριοπαθείς αποσύρονται και οι ακραίοι δυναμώνουν. Και όταν μια χώρα προσπαθεί να προσελκύσει επενδύσεις, ανθρώπους και κεφάλαια σε έναν κόσμο ήδη γεμάτο γεωπολιτικό κίνδυνο, δεν μπορεί να πουλά σταθερότητα στο εξωτερικό και να αντιμετωπίζει τον πολιτικό εμπρησμό στο εσωτερικό σαν τοπικό… έθιμο.
Η Βάγια Νέστορα δεν αποτελεί “παράπλευρη απώλεια”. Είναι το προβλέψιμο θύμα μιας πράξης που οι δράστες επέλεξαν συνειδητά να πραγματοποιήσουν σε κατοικημένο κτίριο. Αν ακόμη και τώρα αρχίσουμε τις υποσημειώσεις, τις ιδεολογικές εκπτώσεις και τα γνωστά “ναι μεν, αλλά”, το επόμενο θύμα δεν θα είναι ατύχημα. Θα είναι αποτέλεσμα συλλογικής άρνησης να δούμε το προφανές, συλλογικής άρνησης της απτής πραγματικότητας.
Πέτρος Λάζος
capital.gr

