Η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν περιόρισε τις τουρκικές διεκδικήσεις – Αντίθετα, ο Ερντογάν πλησιάζει στην απόκτηση του ισχυρότερου αμερικανικού μαχητικού
Η διαφαινόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν είναι μια απλή εξοπλιστική εξέλιξη. Είναι μια βαθιά αρνητική μεταβολή για την εθνική ασφάλεια, την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και, κυρίως, για την αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής που ακολούθησε τα τελευταία χρόνια η ελληνική κυβέρνηση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να ανοίξει τον δρόμο για την πώληση μαχητικών πέμπτης γενιάς στην Τουρκία, παρά τις αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, τις επιφυλάξεις του Ισραήλ και τις παρασκηνιακές παρεμβάσεις της Αθήνας.
Μπορεί η τελική απόφαση να μην έχει ακόμη ληφθεί. Μπορεί να παραμένουν νομικά, πολιτικά και τεχνικά εμπόδια. Η κατεύθυνση, όμως, είναι πλέον ορατή.
Η Τουρκία, η οποία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών πυραύλων S-400, φαίνεται να βρίσκεται ξανά κοντά στην πόρτα από την οποία είχε απομακρυνθεί.
Και η ελληνική κυβέρνηση, αντί να παρουσιάζει μια επιθετική διπλωματική στρατηγική αποτροπής αυτής της εξέλιξης, αναζητεί πλέον «ρήτρες προστασίας».
Από τη στρατηγική σχέση στα παρακάλια
Σύμφωνα με όσα διαρρέονται, η Αθήνα επιδιώκει να υπάρξουν συγκεκριμένες πρόνοιες, ώστε τα τουρκικά F-35 να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλης συμμαχικής χώρας, δηλαδή εναντίον της Ελλάδας.
Αλήθεια, σε αυτό το σημείο κατέληξε η περιβόητη στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών;
Να ζητά η Αθήνα από την Ουάσιγκτον να γράψει σε ένα συμβόλαιο ότι τα μαχητικά που ενδεχομένως θα παραδοθούν στον Ερντογάν δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον ελληνικών νησιών, ελληνικών πλοίων ή ελληνικών αεροσκαφών;
Και ποιος ακριβώς θα εγγυηθεί την εφαρμογή μιας τέτοιας ρήτρας σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης;
Θα απαγορεύεται στα τουρκικά F-35 να επιχειρούν στο Αιγαίο;
Θα απαιτείται αμερικανική έγκριση για κάθε αποστολή;
Θα απενεργοποιούνται τα αεροσκάφη όταν η Τουρκία αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία;
Θα επιβληθούν κυρώσεις αφού πρώτα θα έχει δημιουργηθεί το τετελεσμένο;
Οι συμβατικοί όροι μπορεί να έχουν πολιτική σημασία. Δεν αποτελούν όμως εθνική άμυνα.
Καμία ρήτρα δεν σταματά ένα πολεμικό αεροσκάφος όταν η άλλη πλευρά έχει ήδη αποφασίσει να το χρησιμοποιήσει.
Η Τουρκία δεν είναι ένας συνηθισμένος σύμμαχος
Η κυβέρνηση οφείλει να θυμηθεί ότι η Τουρκία δεν είναι απλώς μια χώρα του ΝΑΤΟ που επιθυμεί να εκσυγχρονίσει την πολεμική της αεροπορία.
Είναι η χώρα που διατηρεί σε ισχύ την απειλή πολέμου εναντίον της Ελλάδας.
Είναι η χώρα που αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε νησιά και βραχονησίδες.
Είναι η χώρα που προβάλλει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».
Είναι η χώρα που αρνείται το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, όπως προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο.
Είναι η χώρα που έχει μετατρέψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε επίσημο δόγμα αναθεωρητισμού.
Και σύμφωνα με τις πληροφορίες, μετά το καλοκαίρι σχεδιάζει να φέρει στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση νομοθέτημα σχετικό με τη «Γαλάζια Πατρίδα», επιχειρώντας να προσδώσει θεσμικό και πολιτικό βάρος στις παράνομες διεκδικήσεις της.
Εάν, λοιπόν, η Άγκυρα αποκτήσει F-35, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει τον αναθεωρητισμό της σε κρατικό νόμο, ποια ακριβώς θα είναι η ελληνική απάντηση;
Μια νέα ανακοίνωση περί ψυχραιμίας;
Μία ακόμη επίκληση του Διεθνούς Δικαίου;
Ή μια διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα παραμένει «ένα βήμα μπροστά»;
Το αφήγημα του «ενός βήματος μπροστά»
Η δεύτερη κυβερνητική γραμμή άμυνας είναι ότι ακόμη και αν η Τουρκία αποκτήσει F-35, η Ελλάδα θα διατηρήσει την αεροπορική της υπεροχή.
Η Αθήνα διαθέτει ήδη περισσότερα από 50 αναβαθμισμένα F-16 Viper, έχει εντάξει τα Rafale στην Πολεμική Αεροπορία και αναμένεται να παραλάβει τα πρώτα από τα 20 F-35 που έχει παραγγείλει.
Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικές εξοπλιστικές κινήσεις.
Δεν αρκούν, όμως, για να εξαφανίσουν το πρόβλημα.
Η απόκτηση των F-35 από την Τουρκία δεν θα αποτελεί απλώς την αγορά ενός νέου τύπου μαχητικού. Θα σημαίνει πρόσβαση σε τεχνολογία πέμπτης γενιάς, προηγμένους αισθητήρες, δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις, ηλεκτρονικό πόλεμο, ανταλλαγή δεδομένων και νέα επιχειρησιακά δόγματα.
Η Τουρκία διαθέτει ταυτόχρονα πολλαπλάσιο πληθυσμό, ισχυρότερη παραγωγική βάση, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και τη δυνατότητα να επενδύει μακροπρόθεσμα σε δικά της οπλικά συστήματα.
Το «ένα βήμα μπροστά», επομένως, δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση.
Είναι μια προσωρινή ισορροπία, η οποία μπορεί να ανατραπεί εάν η Ελλάδα δεν διαθέτει συνεκτική, πολυετή και υπερκομματική στρατηγική αποτροπής.
Τι κέρδισε η Ελλάδα από τα «ήρεμα νερά»;
Η κυβέρνηση επένδυσε πολιτικά και επικοινωνιακά στην αποκλιμάκωση με την Τουρκία.
Μίλησε για «ήρεμα νερά», ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, θετικό κλίμα και αποφυγή της έντασης.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι τι ακριβώς κέρδισε η Ελλάδα από αυτήν την πολιτική.
Απέσυρε η Τουρκία το casus belli;
Όχι.
Εγκατέλειψε τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών»;
Όχι.
Αναγνώρισε πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας;
Όχι.
Σταμάτησε να αμφισβητεί τη δυνατότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων;
Όχι.
Ακύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Όχι.
Εγκατέλειψε τη «Γαλάζια Πατρίδα»;
Όχι.
Αντίθετα, η Τουρκία αξιοποίησε την περίοδο ηρεμίας για να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να ενισχύσει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και να επιστρέψει δυναμικά στη συζήτηση για τα F-35.
Η Ελλάδα απέφυγε την ένταση.
Η Τουρκία, όμως, δεν εγκατέλειψε καμία από τις απαιτήσεις της.
Ποιος, λοιπόν, κέρδισε πραγματικά από τα «ήρεμα νερά»;
Η προβλεψιμότητα δεν επιβραβεύθηκε
Για χρόνια η κυβέρνηση παρουσίαζε την Ελλάδα ως τον σταθερό, αξιόπιστο και προβλέψιμο σύμμαχο της Δύσης.
Παραχώρησε διευκολύνσεις, βάσεις και στρατηγική υποστήριξη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ευθυγραμμίστηκε σχεδόν απόλυτα με τις δυτικές επιλογές.
Επένδυσε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στην ελληνοαμερικανική σχέση.
Και τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα να παραδοθεί το πλέον προηγμένο αμερικανικό μαχητικό στην Τουρκία, χωρίς προηγουμένως η Άγκυρα να έχει εγκαταλείψει ούτε μία από τις απειλές της κατά της Ελλάδας.
Αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως φυσιολογική εξέλιξη.
Δεν μπορεί να καλυφθεί με τη φράση ότι «οι σχέσεις Ελλάδας και ΗΠΑ βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο όλων των εποχών».
Διότι οι διεθνείς σχέσεις δεν κρίνονται από τις φωτογραφίες, τις δηλώσεις φιλίας και τα θερμά λόγια.
Κρίνονται από τα αποτελέσματα.
Και το αποτέλεσμα που διαμορφώνεται είναι ότι ο «απρόβλεπτος» Ερντογάν φαίνεται να κερδίζει όσα επιδιώκει, ενώ η «προβλέψιμη» Ελλάδα περιορίζεται στην αναζήτηση διαβεβαιώσεων.
Η εσωτερική γραμμή άμυνας
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει πολύ καλά ότι η πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία θα προκαλέσει σοβαρές πολιτικές αντιδράσεις.
Θα ενισχύσει την κριτική περί διπλωματικής αδράνειας.
Θα προσφέρει επιχειρήματα σε ολόκληρη την αντιπολίτευση.
Θα τροφοδοτήσει τις πολιτικές δυνάμεις που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι μετέτρεψε την εξωτερική πολιτική σε διαχείριση εντυπώσεων.
Και θα αποτελέσει ισχυρό όπλο για τον Αντώνη Σαμαρά και τους σχηματισμούς στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, ιδιαίτερα εάν το ζήτημα συμπέσει με την τουρκική θεσμοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Γι’ αυτό και χαράσσεται από τώρα η εσωτερική κυβερνητική γραμμή άμυνας:
Υπάρχουν ακόμη νομικά εμπόδια.
Η πώληση δεν έχει αποφασιστεί.
Θα ζητηθούν εγγυήσεις.
Η Ελλάδα θα παραμείνει ισχυρότερη.
Η ισορροπία στο Αιγαίο δεν ανατρέπεται.
Όλα αυτά, όμως, είναι επιχειρήματα πολιτικής διαχείρισης.
Δεν αποτελούν απάντηση στο βασικό εθνικό ζήτημα.
Το ερώτημα προς τον πρωθυπουργό
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να απαντήσει ξεκάθαρα:
Θεωρεί ή όχι εθνικά αρνητική εξέλιξη την πώληση F-35 στην Τουρκία, όσο παραμένουν σε ισχύ το casus belli, οι “γκρίζες ζώνες” και η “Γαλάζια Πατρίδα”;
Εάν τη θεωρεί αρνητική, ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έχει πραγματοποιήσει η κυβέρνηση για να την αποτρέψει;
Έχει απαιτήσει να συνδεθεί οποιαδήποτε πώληση με την άρση της απειλής πολέμου;
Έχει ζητήσει τον τερματισμό των αμφισβητήσεων της ελληνικής κυριαρχίας;
Έχει απαιτήσει αυτόματο μηχανισμό κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των όρων;
Έχει ενημερώσει με συστηματικό και οργανωμένο τρόπο το αμερικανικό Κογκρέσο;
Έχει καταστήσει σαφές στην Ουάσιγκτον ότι δεν μπορεί να εξοπλίζεται με μαχητικά πέμπτης γενιάς μια χώρα η οποία απειλεί ευθέως άλλη σύμμαχο του ΝΑΤΟ;
Ή μήπως η κυβέρνηση περιμένει για μία ακόμη φορά από τους «συμμάχους» να αντιληφθούν μόνοι τους το ελληνικό δίκαιο;
Η χώρα χρειάζεται αποτροπή, όχι επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις
Η κυβέρνηση μπορεί να κατασκευάζει όσες πολιτικές γραμμές άμυνας επιθυμεί στο εσωτερικό.
Μπορεί να επικαλείται τους εξοπλισμούς, τις συμμαχίες και τα νομικά εμπόδια.
Μπορεί να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραμένει ισχυρή και ότι τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη.
Η Τουρκία πλησιάζει ξανά στα F-35, χωρίς να έχει εγκαταλείψει την επιθετική και αναθεωρητική πολιτική της απέναντι στην Ελλάδα.
Εάν τελικά η πώληση πραγματοποιηθεί, θα αποτελεί αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και όχι μια απλή εμπορική απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Διότι εξωτερική πολιτική δεν είναι να εξηγείς μετά την ήττα ότι παραμένεις «ένα βήμα μπροστά».
Εξωτερική πολιτική είναι να αποτρέπεις εγκαίρως τις εξελίξεις που απειλούν τα εθνικά σου συμφέροντα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια αόριστη ρήτρα προστασίας μέσα σε ένα αμερικανικό συμβόλαιο.
Χρειάζεται σαφείς κόκκινες γραμμές, αξιόπιστη αποτροπή, ισχυρές συμμαχίες με συγκεκριμένους όρους και μια κυβέρνηση που θα μπορεί να λέει «όχι» όταν τα ελληνικά συμφέροντα απειλούνται.
Ακόμη και όταν απέναντί της βρίσκεται η Ουάσιγκτον.

