Νέες αυξήσεις από την 1η Αυγούστου στις χρεώσεις του Δικτύου – Σχεδόν διπλάσιο κόστος μέσα σε επτά χρόνια, με τους μικρούς καταναλωτές να πληρώνουν αναλογικά περισσότερο
Από την 1η Αυγούστου οι οικιακοί καταναλωτές θα βρεθούν αντιμέτωποι με ακόμη μία αύξηση στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Αυτή τη φορά η επιβάρυνση αφορά τις χρεώσεις του Δικτύου Διανομής, δηλαδή τα ποσά που καταλήγουν στον ΔΕΔΔΗΕ ανεξάρτητα από την τιμή της κιλοβατώρας και τον προμηθευτή που έχει επιλέξει κάθε νοικοκυριό.
Η σχετική απόφαση της ΡΑΑΕΥ δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ στις 30 Ιουνίου 2026 και προβλέπει την εφαρμογή των νέων χρεώσεων από την 1η Αυγούστου.
Και μπορεί οι όροι «ρυθμιζόμενες χρεώσεις», «επιτρεπόμενο έσοδο» και «κόστος Δικτύου» να ακούγονται τεχνικοί και απόμακροι, στην πραγματικότητα όμως μεταφράζονται σε κάτι πολύ απλό:
Ακόμη περισσότερα χρήματα από την τσέπη του καταναλωτή.
Σχεδόν διπλάσιο κόστος σε επτά χρόνια
Η εξέλιξη του κόστους του ΔΕΔΔΗΕ προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι χρεώσεις του Δικτύου Διανομής έχουν αυξηθεί κατά περίπου 96% σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο βρίσκονταν πριν από επτά χρόνια.
Την ίδια περίοδο, η τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκε κατά περίπου 48%, ενώ ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή κατά περίπου 20%.
Με άλλα λόγια, το κόστος του ΔΕΔΔΗΕ αυξήθηκε με πολλαπλάσιο ρυθμό από τον πληθωρισμό και σημαντικά ταχύτερα από την ίδια την τελική τιμή του ρεύματος.
Το 2020 οι καταναλωτές κατέβαλαν συνολικά περίπου 730 εκατομμύρια ευρώ για τις υπηρεσίες του Δικτύου Διανομής.
Το 2025 το αντίστοιχο ποσό είχε φτάσει περίπου στα 1,24 δισεκατομμύρια ευρώ.
Μέσα σε λίγα χρόνια προστέθηκαν δηλαδή περισσότερα από 500 εκατομμύρια ευρώ στον ετήσιο λογαριασμό των καταναλωτών.
Και το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο:
Ποιος ελέγχει αν όλες αυτές οι αυξήσεις ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες και σε αντίστοιχη βελτίωση των υπηρεσιών;
Το ρεύμα μειώνεται, το πάγιο μένει
Το ακόμη πιο προβληματικό στοιχείο είναι η αλλαγή στη δομή των χρεώσεων.
Από το 2023 και μετά, πάνω από το 90% των εσόδων του ΔΕΔΔΗΕ προέρχεται από πάγιες χρεώσεις.
Δηλαδή από χρεώσεις που δεν συνδέονται άμεσα με το πόσο ηλεκτρικό ρεύμα καταναλώνει ένα νοικοκυριό.
Ο πολίτης μπορεί να κλείσει το θερμοσίφωνο, να περιορίσει τη θέρμανση, να σβήσει τα φώτα, να αγοράσει ενεργειακά αποδοτικές συσκευές και να μειώσει δραστικά την κατανάλωσή του.
Το μεγαλύτερο μέρος της χρέωσης του Δικτύου, όμως, θα συνεχίσει να το πληρώνει.
Ακόμη και αν το σπίτι μείνει σχεδόν κλειστό, ακόμη και αν η κατανάλωση περιοριστεί στο ελάχιστο, το πάγιο θα βρίσκεται εκεί.
Γι’ αυτό και ο τίτλος περιγράφει πλέον με ακρίβεια την πραγματικότητα:
Και το ρεύμα να κόψεις, το χαράτσι θα το πληρώσεις.
Οι μικροί καταναλωτές πληρώνουν αναλογικά περισσότερο
Η μεταφορά του μεγαλύτερου μέρους του κόστους στις πάγιες χρεώσεις δημιουργεί και σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.
Όταν η χρέωση είναι σχεδόν ανεξάρτητη από την κατανάλωση, εκείνος που καταναλώνει λίγο πληρώνει τελικά πολύ περισσότερο ανά κιλοβατώρα από εκείνον που καταναλώνει πολύ.
Ένας ηλικιωμένος που ζει μόνος του, ένας χαμηλοσυνταξιούχος, ένα νοικοκυριό που αναγκάζεται να περιορίζει τη θέρμανση ή μια οικογένεια που εφαρμόζει αυστηρή εξοικονόμηση ενέργειας επιβαρύνονται δυσανάλογα.
Αντιθέτως, ο μεγάλος καταναλωτής βλέπει την πάγια χρέωση να κατανέμεται σε πολύ περισσότερες κιλοβατώρες.
Το σύστημα, επομένως, λειτουργεί αντιστρόφως αναδιανεμητικά.
Αντί να προστατεύει εκείνους που καταναλώνουν λιγότερο και συνήθως διαθέτουν μικρότερα εισοδήματα, τους επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο.
Η εξοικονόμηση ενέργειας μετατρέπεται έτσι σε σύνθημα χωρίς πραγματικό οικονομικό αντίκρισμα.
Το κράτος λέει στον πολίτη να καταναλώνει λιγότερο, αλλά την ίδια στιγμή οργανώνει τις χρεώσεις έτσι ώστε να πληρώνει σχεδόν τα ίδια.
Οι συνεπείς πληρώνουν και τις ρευματοκλοπές
Στο κόστος του Δικτύου προστίθενται και οι λεγόμενες τεχνικές και εμπορικές απώλειες.
Πίσω από τον όρο «εμπορικές απώλειες» βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό οι ρευματοκλοπές.
Το ποσοστό των απωλειών που μεταφέρεται στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας έχει φτάσει περίπου στο 16% της χονδρικής τιμής, ενώ πριν από επτά χρόνια βρισκόταν κοντά στο 8%.
Το κόστος αυτό δεν εξαφανίζεται.
Μετακυλίεται στους λογαριασμούς των πολιτών που πληρώνουν κανονικά.
Έτσι, ο συνεπής καταναλωτής καλείται να καλύψει όχι μόνο το ρεύμα που καταναλώνει, αλλά και μέρος του ρεύματος που χάνεται από το Δίκτυο ή κλέβεται.
Και το παράδοξο είναι ότι ο διαχειριστής του Δικτύου δεν φαίνεται να υφίσταται ανάλογη οικονομική πίεση για να περιορίσει δραστικά το φαινόμενο.
Οι απώλειες αυξάνονται, οι ρευματοκλοπές διογκώνονται και ο λογαριασμός περνάει στους νομοταγείς.
Σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, μια επιχείρηση που δεν μπορεί να περιορίσει τις απώλειές της θα έπρεπε να αναλάβει μέρος του κόστους.
Στην ηλεκτρική ενέργεια, όμως, το κόστος φορτώνεται στον πελάτη.
Ποιος ελέγχει τον ΔΕΔΔΗΕ;
Η ΡΑΑΕΥ έχει την αρμοδιότητα να εγκρίνει τα επιτρεπόμενα έσοδα και τις χρεώσεις του Δικτύου.
Θεωρητικά υπάρχουν δείκτες απόδοσης, διαδικασίες ελέγχου και κριτήρια για την αξιολόγηση των επενδύσεων.
Στην πράξη, όμως, οι χρεώσεις αυξάνονται συνεχώς και ο καταναλωτής δεν γνωρίζει με σαφήνεια τι ακριβώς πληρώνει, ποια έργα χρηματοδοτεί και ποια είναι η πραγματική απόδοσή τους.
Δεν αρκεί να υπάρχουν διαδικασίες στα χαρτιά.
Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που κρίνει αν ένας μηχανισμός ελέγχου λειτουργεί.
Και το αποτέλεσμα μέχρι σήμερα είναι ένα:
Ο ΔΕΔΔΗΕ εισπράττει συνεχώς περισσότερα.
Η ΡΑΑΕΥ, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται στη δύσκολη θέση να ελέγχει έναν οργανισμό στρατηγικής σημασίας, συνδεδεμένο με τη μεγαλύτερη ενεργειακή επιχείρηση της χώρας, η οποία παραμένει υπό κρατική επιρροή και είναι ταυτόχρονα εισηγμένη στο Χρηματιστήριο.
Αυτό το θεσμικό πλέγμα γεννά εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο ο έλεγχος μπορεί να είναι πραγματικά αυστηρός, ανεξάρτητος και απαλλαγμένος από πολιτικές ή οικονομικές πιέσεις.
Μια σοβαρή λύση θα ήταν η συμμετοχή ανεξάρτητου διεθνούς ελεγκτικού φορέα, με ισχυρό κύρος και πραγματική δυνατότητα να εξετάζει το κόστος των έργων, τις αποδόσεις των επενδύσεων και την αποτελεσματικότητα του διαχειριστή.
Όχι ένας ακόμη σύμβουλος που θα επικυρώνει ειλημμένες αποφάσεις, αλλά ένας ελεγκτής με σαφείς αρμοδιότητες και δημόσια λογοδοσία.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι λευκή επιταγή
Ο ΔΕΔΔΗΕ υποστηρίζει ότι περίπου το 50% των επενδύσεών του σχετίζεται με την πράσινη μετάβαση.
Η ενίσχυση του Δικτύου, η σύνδεση νέων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η ψηφιοποίηση και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών είναι πράγματι αναγκαίες παρεμβάσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε δαπάνη μπορεί να εγκρίνεται χωρίς αυστηρό έλεγχο και να μεταφέρεται αυτομάτως στους καταναλωτές.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για αυξήσεις.
Δεν μπορεί κάθε υπέρβαση κόστους, κάθε καθυστέρηση και κάθε αμφιλεγόμενη επένδυση να βαφτίζεται «πράσινη» και να περνάει χωρίς συζήτηση στον λογαριασμό.
Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να είναι και κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά βιώσιμη.
Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν τεράστιο μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος από τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προς τους μεγάλους παίκτες της ενεργειακής αγοράς.
Οι πολίτες δεν αρνούνται την ανάγκη εκσυγχρονισμού του Δικτύου.
Αρνούνται, όμως, να πληρώνουν χωρίς όριο και χωρίς λογοδοσία.
Χρειάζεται αλλαγή πορείας
Το πρόβλημα του ΔΕΔΔΗΕ δεν θα λυθεί με ακόμη μία αύξηση.
Ούτε με ακόμη μία τεχνική έκθεση που θα εξηγεί γιατί το επιτρεπόμενο έσοδο πρέπει να γίνει μεγαλύτερο.
Χρειάζεται ριζική αλλαγή στη φιλοσοφία των χρεώσεων.
Πρώτον, πρέπει να επανεξεταστεί η υπερβολική βαρύτητα του παγίου, ώστε η χρέωση να συνδέεται περισσότερο με την πραγματική χρήση και την κατανάλωση.
Δεύτερον, πρέπει να θεσπιστούν αυστηροί και μετρήσιμοι στόχοι για τη μείωση των τεχνικών απωλειών και των ρευματοκλοπών.
Τρίτον, ο ΔΕΔΔΗΕ πρέπει να αναλαμβάνει πραγματικό οικονομικό κόστος όταν αποτυγχάνει να πετύχει τους στόχους.
Τέταρτον, οι επενδύσεις πρέπει να ελέγχονται πριν εγκριθούν και όχι αφού έχουν ήδη φορτωθεί στους λογαριασμούς.
Πέμπτον, οι ευάλωτοι καταναλωτές χρειάζονται στοχευμένη προστασία.
Μια επιδότηση του παγίου για τους δικαιούχους του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου θα ήταν πολύ πιο δίκαιη από τις οριζόντιες επιδοτήσεις της κιλοβατώρας, οι οποίες συχνά καταλήγουν να επιδοτούν και όσους έχουν μεγάλες καταναλώσεις.
Ένα βαρέλι δίχως πάτο
Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει μετατραπεί σε έναν σύγχρονο Πίθο των Δαναΐδων.
Όσα χρήματα και αν εισρεύσουν, φαίνεται ότι ποτέ δεν είναι αρκετά.
Κάθε χρόνο απαιτούνται περισσότερα έσοδα, μεγαλύτερες χρεώσεις και νέα πάγια.
Οι πολίτες πληρώνουν για τις επενδύσεις, για τις απώλειες, για τις ρευματοκλοπές, για την ψηφιοποίηση, για την πράσινη μετάβαση και για κάθε νέα ανάγκη που εμφανίζεται.
Αυτό που δεν βλέπουν είναι αντίστοιχη μείωση του κόστους, ουσιαστική βελτίωση των υπηρεσιών ή πραγματική ανάληψη ευθύνης.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το Δίκτυο χρειάζεται χρήματα.
Το ερώτημα είναι ποιος θα βάλει επιτέλους όριο.
Ποιος θα απαιτήσει διαφάνεια, αποδοτικότητα και λογοδοσία.
Ποιος θα προστατεύσει τον μικρό καταναλωτή από ένα σύστημα που τον χρεώνει ακόμη και όταν δεν καταναλώνει.
Μέχρι να δοθούν πειστικές απαντήσεις, η πραγματικότητα θα παραμένει αμείλικτη:
Το ρεύμα μπορεί να το κόψεις.
Το χαράτσι του ΔΕΔΔΗΕ, όμως, θα συνεχίσεις να το πληρώνεις.

