Η σπουδαία ερμηνεύτρια έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια μουσική κληρονομιά και μια προσωπική ιστορία σημαδεμένη από τον Μανώλη Χιώτη, τρεις γάμους και δύσκολες δοκιμασίες
Η Μαίρη Λίντα, μία από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, πέθανε τα ξημερώματα της Τετάρτης 22 Ιουλίου, σε ηλικία 91 ετών. Τα τελευταία χρόνια διέμενε στο Γηροκομείο Αθηνών, έχοντας διαρκώς στο πλευρό της τη μοναχοκόρη της, Ευαγγελία.
Η φωνή της συνδέθηκε με τραγούδια που σημάδεψαν ολόκληρες γενιές. Πίσω, όμως, από τη λάμψη, τις μεγάλες επιτυχίες και τις ιστορικές εμφανίσεις, υπήρχε μια ζωή γεμάτη έντονα συναισθήματα, αποχωρισμούς, τύψεις και τραυματικές εμπειρίες.
Κεντρικό πρόσωπο στη ζωή της παρέμεινε μέχρι το τέλος ο Μανώλης Χιώτης. Ήταν ο μεγάλος της έρωτας, ο καλλιτεχνικός της συνοδοιπόρος και, όπως συνήθιζε να λέει, «το έτερόν της ήμισυ».
Η μοιραία συνάντηση με τον Μανώλη Χιώτη
Η Μαίρη Λίντα γνώρισε τον Μανώλη Χιώτη όταν ήταν ακόμη παιδί και έκανε τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε στο κοσμικό κέντρο «Πίγκαλς», όταν εκείνη ήταν μόλις 11 ή 12 ετών και ο Χιώτης ήδη καταξιωμένος μουσικός.
Η καλλιτεχνική τους ένωση εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής μουσικής. Μαζί δημιούργησαν ένα θρυλικό ντουέτο, ηχογράφησαν μεγάλες επιτυχίες και εμφανίστηκαν σε δημοφιλείς ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Παντρεύτηκαν το 1958, με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου, και έζησαν μαζί περίπου μία δεκαετία. Η κοινή τους πορεία ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, φτάνοντας ακόμη και στον Λευκό Οίκο, όπου τραγούδησαν σε εκδήλωση για τον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Λίντον Τζόνσον.
Η εμφάνισή τους είχε προκαλέσει τόσο θετική εντύπωση, ώστε τους προτάθηκε να συνεχίσουν την καριέρα τους στην Αμερική και, σύμφωνα με όσα είχε αφηγηθεί η ίδια, απέκτησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα πράσινη κάρτα.
Ένα βραχιόλι, το διαζύγιο και η μεγάλη μετάνοια
Ο γάμος τους, ωστόσο, οδηγήθηκε στο τέλος. Η Μαίρη Λίντα είχε αποκαλύψει ότι η αφορμή για τον χωρισμό τους ήταν μια διαφωνία για ένα χρυσό βραχιόλι που της είχε χαρίσει ο Χιώτης. Πάνω στην ένταση, του το επέστρεψε και μαζί ζήτησε το διαζύγιο.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1967, την ημέρα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Παρά τον χωρισμό, πίστευε ότι οι δυο τους θα μπορούσαν να ξανασμίξουν.
Η τελευταία κοινή τους εμφάνιση έγινε το καλοκαίρι του 1967, στο κέντρο «Σεραφίνο». Το κοινό ζητούσε από τον Χιώτη να τη φιλήσει, αλλά εκείνος αποχώρησε από τη σκηνή. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε.
Ο θάνατός του, στις 21 Μαρτίου 1970, σε ηλικία μόλις 50 ετών, τη σημάδεψε. Χρόνια αργότερα μιλούσε με πόνο για τον χωρισμό τους, θεωρώντας τον το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της. Είχε μάλιστα εκφράσει την πεποίθηση ότι, εάν είχαν παραμείνει μαζί, ίσως η πορεία του να ήταν διαφορετική.
Ο δεύτερος γάμος και η εξομολόγηση για κακοποίηση
Μετά τον Μανώλη Χιώτη, η Μαίρη Λίντα παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε τη μοναχοκόρη της, Ευαγγελία.
Ο συγκεκριμένος γάμος έκρυβε, σύμφωνα με τη δημόσια μαρτυρία της, μια ιδιαίτερα σκληρή πραγματικότητα. Η ίδια είχε μιλήσει ανοιχτά για κακοποιητική συμπεριφορά και σωματική βία, εξηγώντας ότι κάποια στιγμή αποφάσισε να φύγει, επειδή δεν άντεχε άλλο.
Δύναμή της, όπως έλεγε, ήταν η φωνή της. Αυτή της έδινε τη δυνατότητα να σταθεί μόνη της, να εργαστεί και να προστατεύσει τη ζωή της.
Παρά την πικρία της, αναγνώριζε ότι από εκείνον τον γάμο απέκτησε το πολυτιμότερο πρόσωπο της ζωής της, την κόρη της.
Τρεις γάμοι και τρία διαζύγια
Η Μαίρη Λίντα παντρεύτηκε συνολικά τρεις φορές. Για τον τρίτο σύζυγό της είχε μιλήσει με τρυφερότητα, αλλά και απογοήτευση, καθώς, όπως έλεγε, δεν μπορούσε να παραμείνει πιστός στον γάμο τους.
Δεν έκρυψε ποτέ τις αποτυχίες, τα λάθη και τις πληγές της προσωπικής της ζωής. Μιλούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τους τρεις γάμους και τα τρία διαζύγιά της, χωρίς να επιχειρεί να εξωραΐσει όσα είχε βιώσει.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της, όμως, όταν η συζήτηση επέστρεφε στις μεγάλες αγάπες, ένα όνομα ξεχώριζε: Μανώλης Χιώτης.
Η Μαίρη Λίντα έφυγε αφήνοντας πίσω της μια σπάνια φωνή, αμέτρητες διαχρονικές ερμηνείες και μια ζωή που έμοιαζε με τα τραγούδια της: γεμάτη έρωτα, πάθος, πόνο, χωρισμούς και αναμνήσεις που δεν σβήνουν.

