Όσο η κοινωνία παραδίδει τη συλλογική της δύναμη στον εκάστοτε κυβερνήτη, η Δημοκρατία θα παραμένει μια ωραία λέξη για προεκλογικές ομιλίες
Κάπου στην πορεία μπερδέψαμε επικίνδυνα τις έννοιες. Ταυτίσαμε το Έθνος με το κράτος, το κράτος με την κυβέρνηση και την κυβέρνηση με τον εκάστοτε ηγέτη. Και αφού τα βάλαμε όλα στο ίδιο σακί, παραδώσαμε τα κλειδιά της χώρας σε μια μικρή πολιτική ελίτ, πιστεύοντας ότι έτσι υπηρετούμε την πατρίδα.
Το Έθνος, όμως, δεν είναι το Μέγαρο Μαξίμου. Δεν είναι τα υπουργικά γραφεία, οι κομματικοί στρατοί, οι διορισμένοι αξιωματούχοι και οι κρατικοδίαιτοι μηχανισμοί.
Το Έθνος είναι η κοινωνία. Είναι οι άνθρωποι, η ιστορία, η γλώσσα, η μνήμη, η παράδοση, η εργασία και η συλλογική συνείδηση ενός λαού. Το κράτος είναι απλώς το εργαλείο που οφείλει να υπηρετεί όλα τα παραπάνω.
Εμείς καταφέραμε το αντίθετο: κάναμε την κοινωνία υπηρέτη του κράτους και το κράτος ιδιοκτησία της κυβέρνησης.
Από πολίτες, πελάτες της εξουσίας
Ο πολίτης δεν αποφασίζει. Περιμένει.
Περιμένει ένα επίδομα, μια άδεια, έναν διορισμό, μια ρύθμιση, μια πλατφόρμα να ανοίξει και κάποιον υπουργό να του ανακοινώσει πανηγυρικά ότι του επιστρέφει ένα μικρό μέρος από όσα προηγουμένως του αφαίρεσε.
Και αυτό το ονομάζουμε κοινωνική πολιτική.
Πληρώνουμε το κράτος, συντηρούμε το κράτος, ανεχόμαστε το κράτος και, όταν εκείνο αποφασίσει να μας πετάξει ένα ψίχουλο, καλούμαστε να πούμε και «ευχαριστώ». Έχουμε φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζουμε ως ευεργέτη τον μηχανισμό που υπάρχει αποκλειστικά επειδή τον χρηματοδοτούμε εμείς.
Εξαιρετική δημοκρατία. Ο πολίτης πληρώνει τον λογαριασμό και η εξουσία επιλέγει το μενού.
Το Έθνος δεν ανήκει σε κανέναν πρωθυπουργό
Καμία κυβέρνηση δεν κληρονομεί την Ελλάδα. Καμία κομματική παράταξη δεν αποκτά τίτλους ιδιοκτησίας επάνω στην κοινωνία επειδή κέρδισε τις εκλογές. Και κανένας πρωθυπουργός, όσο ισχυρός κι αν αισθάνεται, δεν δικαιούται να αποφασίζει σαν να του ανήκουν η χώρα, οι θεσμοί και το μέλλον των επόμενων γενεών.
Η κυβέρνηση είναι προσωρινή. Το Έθνος παραμένει.
Οι υπουργοί έρχονται και φεύγουν. Οι κομματικοί μηχανισμοί αλλάζουν ονόματα, αρχηγούς και συνθήματα. Η κοινωνία, όμως, συνεχίζει να πληρώνει τα λάθη, τις επιλογές και τους λογαριασμούς τους.
Όσο το Έθνος παραμένει αιχμάλωτο του κράτους, θα είμαστε υποτελείς στον εκάστοτε «σωτήρα» που θα αποφασίζει για εμάς χωρίς εμάς. Θα μας ζητά μία ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια και, την επομένη των εκλογών, θα μας αντιμετωπίζει σαν ενοχλητικούς θεατές.
Αυτή δεν είναι λαϊκή κυριαρχία. Είναι εξουσιοδοτημένη κηδεμονία.
Η Δημοκρατία δεν εξαντλείται στην κάλπη
Δημοκρατία δεν σημαίνει να επιλέγουμε περιοδικά ποιος θα αποφασίζει ανεξέλεγκτα για λογαριασμό μας. Σημαίνει καθημερινή συμμετοχή, κοινωνικό έλεγχο, λογοδοσία, διαφάνεια και πραγματική δυνατότητα των πολιτών να επηρεάζουν τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Διαφορετικά, η ψήφος μετατρέπεται σε λευκή επιταγή και ο πολίτης σε κομπάρσο μιας καλοστημένης παράστασης.
Το κράτος πρέπει να φοβάται τον πολίτη, όχι ο πολίτης το κράτος. Η διοίκηση οφείλει να δίνει εξηγήσεις στην κοινωνία και όχι η κοινωνία να απολογείται διαρκώς απέναντι σε μια απρόσωπη γραφειοκρατία.
Το Έθνος δεν χρειάζεται κηδεμόνες. Χρειάζεται ελεύθερους, υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες.
Διαλέξτε πλευρά
Η μεγάλη σύγκρουση της εποχής δεν είναι ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς, προοδευτικούς και συντηρητικούς. Είναι ανάμεσα σε μια κοινωνία που θέλει να αναλάβει την ευθύνη της και σε ένα κράτος που έχει μάθει να νέμεται την εξουσία χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Αν μας αρέσει να είμαστε υπήκοοι, ας συνεχίσουμε να χειροκροτούμε τον κάθε κυβερνήτη που αποφασίζει για εμάς. Ας συνεχίσουμε να βαφτίζουμε την υποταγή «σταθερότητα», την κομματική πειθαρχία «πατριωτισμό» και την κυβερνητική αυθαιρεσία «ισχυρή ηγεσία».
Αν, όμως, επιθυμούμε πραγματική Δημοκρατία, τότε η σχέση πρέπει να ανατραπεί.
Το Έθνος να επιστρέψει στην κοινωνία. Το κράτος να περιοριστεί στον πραγματικό του ρόλο. Η κυβέρνηση να πάψει να συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης της χώρας.
Γιατί το κράτος δεν είναι η πατρίδα. Είναι ο υπάλληλός της.
Και όσο ο υπάλληλος κάνει τον αφέντη, ο λαός θα παραμένει γονατιστός – ακόμη κι αν επιμένει να αποκαλεί τα γόνατά του «δημοκρατία».

