Το Πρωτοδικείο Βέροιας έκρινε καταχρηστική την αναγκαστική εκτέλεση και ακύρωσε την έκθεση κατάσχεσης – Η οφειλή δεν διαγράφηκε, αλλά το μέτρο κρίθηκε προφανώς δυσανάλογο
Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για τα όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, βάζοντας φρένο σε διαδικασία πλειστηριασμού κατά την οποία, για απαίτηση 150.000 ευρώ, είχαν κατασχεθεί 20 ακίνητα συνολικής αξίας 2.637.000 ευρώ.
Με την υπ’ αριθμόν 185/2026 απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι υπήρχε νόμιμος εκτελεστός τίτλος, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε η ικανοποίηση της απαίτησης υπερέβαινε προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Με απλά λόγια: άλλο η νόμιμη διεκδίκηση μιας οφειλής και άλλο η επιλογή ενός μέτρου που οδηγεί σε θυσία περιουσίας πολλαπλάσιας αξίας, ενώ υπάρχουν ηπιότερα και επαρκή μέσα για την ικανοποίηση του δανειστή.
Από τις 150.000 ευρώ στα 2,637 εκατομμύρια
Η συνολική απαίτηση της επισπεύδουσας ανερχόταν σε 260.000 ευρώ, ενώ η αναγκαστική κατάσχεση είχε επιβληθεί για ποσό 150.000 ευρώ.
Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της εκτέλεσης κατασχέθηκαν και οδηγήθηκαν προς πλειστηριασμό 20 αγροτεμάχια, συνολικής εκτιμώμενης αξίας 2.637.000 ευρώ.
Το πλέον κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι δέκα από τα ακίνητα, αξίας 2.378.000 ευρώ, είχαν συνενωθεί πολεοδομικά και αποτελούσαν μία ενιαία οικονομική μονάδα, μέσα στην οποία είχε ανεγερθεί και λειτουργούσε βιοτεχνικό συγκρότημα.
Η απώλειά τους, επομένως, δεν θα σήμαινε μόνο μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, αλλά ενδεχόμενη σοβαρή και δυσανάλογη βλάβη στην επιχειρηματική δραστηριότητα της οφειλέτριας εταιρείας.
Την ίδια στιγμή, τα υπόλοιπα ακίνητα είχαν συνολική αξία 259.000 ευρώ, ποσό που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης.
Η διαφορά ήταν συντριπτική: ακίνητη περιουσία περίπου δεκαπέντε φορές μεγαλύτερης αξίας από το ποσό της εκτέλεσης βρέθηκε αντιμέτωπη με το σφυρί, παρότι υπήρχε άλλη περιουσία ικανή να καλύψει την απαίτηση.
«Έντονη εντύπωση αδικίας»
Το Πρωτοδικείο δεν περιορίστηκε στην εξέταση της τυπικής νομιμότητας. Έλεγξε εάν η αναγκαστική εκτέλεση, ως τρόπος πραγμάτωσης του δικαιώματος του δανειστή, ασκήθηκε μέσα στα όρια που θέτει το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.
Η κρίση του ήταν σαφής: η μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στο μέσο που χρησιμοποιήθηκε και στον επιδιωκόμενο σκοπό υπερέβαινε τα ανεκτά όρια θυσίας των οφειλετών και προκαλούσε «έντονη εντύπωση αδικίας» σε βάρος τους.
Η απόφαση στηρίχθηκε στη συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 και 951 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και των άρθρων 20 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 3 του Συντάγματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αρχή ότι η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκτείνεται σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα χρειάζονται για την ικανοποίηση της απαίτησης και την κάλυψη των εξόδων εκτέλεσης.
Δεν αμφισβητήθηκε, δηλαδή, το δικαίωμα του δανειστή να επιδιώξει την είσπραξη. Αμφισβητήθηκε –και τελικά απορρίφθηκε– ο υπέρμετρος τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε να το ασκήσει.
Τι ακριβώς ακύρωσε το Δικαστήριο
Η απόφαση χρειάζεται να διαβαστεί με ακρίβεια, ώστε να μη δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις.
Το Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή που είχε ασκηθεί βάσει του άρθρου 632 ΚΠολΔ και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Επομένως, δεν διέγραψε την οφειλή ούτε εξαφάνισε τον εκτελεστό τίτλο.
Αντίθετα, έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και τους πρόσθετους λόγους της και ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της 4ης Δεκεμβρίου 2025, πάνω στην οποία στηριζόταν η διαδικασία εκτέλεσης και ο πλειστηριασμός.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό μήνυμα της απόφασης: η ύπαρξη μιας νόμιμης απαίτησης δεν δίνει λευκή επιταγή για κάθε μέτρο εκτέλεσης.
Ο δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει, αλλά η εκτέλεση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε οικονομική εξόντωση, όταν ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερο τρόπο.
Ισχυρή απόφαση, όχι αυτόματη ασπίδα
Η υπ’ αριθμόν 185/2026 απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε πλειστηριασμός ακινήτου μεγαλύτερης αξίας από την οφειλή ακυρώνεται αυτομάτως.
Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, την έκταση της κατάσχεσης, την ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων, τις συνέπειες για τον οφειλέτη και την αναλογία ανάμεσα στην απαίτηση και στο επιλεγμένο μέτρο εκτέλεσης.
Δείχνει, όμως, καθαρά ότι η αναγκαστική εκτέλεση δεν βρίσκεται έξω από τον έλεγχο της καλής πίστης και της αναλογικότητας. Ακόμη και όταν τα χαρτιά φαίνονται τυπικά νόμιμα, το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει όταν η διαδικασία ξεπερνά το αναγκαίο μέτρο και μετατρέπει την ικανοποίηση μιας απαίτησης σε δυσανάλογη καταστροφή.
Η Δικαιοσύνη δεν είπε ότι το χρέος δεν υπάρχει.
Είπε κάτι εξίσου κρίσιμο:
Η είσπραξή του έχει όρια.

