Την αποθέωναν όσο παρέμενε σύμβολο πένθους. Τώρα που διεκδικεί αυτόνομο πολιτικό λόγο, επιχειρούν να τη μικρύνουν σε «περσόνα», να τη βαφτίσουν «Νίκη 2.0» και να προαναγγείλουν το τέλος της.
Υπάρχει κάτι βαθιά αποκαλυπτικό στον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα του πολιτικού και δημοσιογραφικού συστήματος αντιμετωπίζει πλέον τη Μαρία Καρυστιανού.
Όσο στεκόταν απέναντι στην εξουσία ως η μητέρα που ζητούσε δικαιοσύνη για τα Τέμπη, ήταν για πολλούς ένα ισχυρό σύμβολο. Όσο εξέφραζε οργή, αλλά δεν απειλούσε τους εκλογικούς συσχετισμούς, μπορούσαν να την επαινούν.
Από τη στιγμή, όμως, που αποφάσισε ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν μπορεί να σταματά στις συγκεντρώσεις και ότι χρειάζεται πολιτική εκπροσώπηση, άρχισε η αποδόμηση.
Ξαφνικά δεν είναι πρόσωπο με δικαίωμα στον πολιτικό λόγο. Είναι «περσόνα».
Δεν είναι πολίτης που αποφάσισε να αναμετρηθεί με ένα σύστημα. Είναι «αρχηγικό σχήμα».
Δεν έχει απόψεις που μπορούν να κριθούν μία προς μία. Είναι, με μία βολική ετικέτα, «Νίκη 2.0».
Και επειδή τίποτε από αυτά δεν αρκεί, επιστρατεύεται ακόμη και η ψυχολογική διάγνωση από απόσταση: ναρκισσισμός, πολιτική ως σόου μπιζ, απόλαυση της προσωπικής προβολής.
Αυτό δεν είναι πολιτική κριτική. Είναι πολιτική σμίκρυνση ενός προσώπου, ώστε να χωρέσει στο συμπέρασμα που έχει ήδη αποφασιστεί.
Τη θέλουν σύμβολο, αλλά όχι αυτόνομη
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η Μαρία Καρυστιανού λειτουργούσε ως καθρέφτης πάνω στον οποίο ο καθένας πρόβαλλε τις προσδοκίες του. Εν μέρει αυτό συμβαίνει με κάθε πρόσωπο που αποκτά μεγάλη κοινωνική απήχηση. Δεν αποτελεί, όμως, απόδειξη πολιτικής απάτης ούτε προσωπικής ανεπάρκειας.
Η Καρυστιανού δεν υποσχέθηκε ποτέ ότι θα είναι ταυτόχρονα αριστερή για τους αριστερούς, δεξιά για τους δεξιούς και κεντρώα για τους κεντρώους.
Το γεγονός ότι άνθρωποι διαφορετικών ιδεολογικών αφετηριών αναγνώρισαν στο πρόσωπό της την απαίτηση για δικαιοσύνη δεν σημαίνει ότι εκείνη τους εξαπάτησε. Σημαίνει ότι το αίτημα ξεπερνούσε τα κομματικά σύνορα.
Τώρα που εκφράζει συγκεκριμένες θέσεις, ορισμένοι απογοητεύονται. Είναι δικαίωμά τους. Η δημοκρατία δεν υποχρεώνει κανέναν να συμφωνεί μαζί της. Δεν υποχρεώνει, όμως, και την ίδια να παραμένει ένα άφωνο, ουδέτερο σύμβολο για να συνεχίσει να είναι αρεστή σε όλους.
Το πραγματικό πρόβλημα για τους επικριτές της δεν είναι ότι απέκτησε πρόσωπο.
Είναι ότι απέκτησε δική της φωνή.
Οι ετικέτες δεν είναι επιχειρήματα
Ο χαρακτηρισμός «Νίκη 2.0» δεν αποτελεί ανάλυση πολιτικού προγράμματος. Είναι ετικέτα σχεδιασμένη να προκαλέσει συνειρμούς και να τελειώσει τη συζήτηση πριν αυτή αρχίσει.
Αν υπάρχουν συγκεκριμένες θέσεις της «Ελπίδας» που πρέπει να κριθούν, ας παρουσιαστούν καθαρά. Αν υπάρχουν αντιφάσεις, ας αναδειχθούν. Αν υπάρχουν ερωτήματα για τη φυσιογνωμία, τις συμμαχίες, τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία και τις πολιτικές προτεραιότητες του εγχειρήματος, πρέπει να απαντηθούν δημόσια.
Αυτό είναι δημοσιογραφικός έλεγχος.
Η ιδεολογική ταμπέλα, η ειρωνεία και η ψυχογράφηση από το τηλεοπτικό πλάνο είναι κάτι άλλο. Είναι η εύκολη μέθοδος με την οποία αποφεύγεται η δύσκολη συζήτηση:
Τι ακριβώς λέει η Καρυστιανού και γιατί αυτό βρίσκει ακροατήριο;
Τα οργανωτικά κενά απαιτούν απαντήσεις — όχι πολιτικό επικήδειο
Η κριτική για την απουσία ολοκληρωμένου καταστατικού, αιρετών οργάνων και εσωτερικών διαδικασιών είναι θεμιτή. Κάθε πολιτικός φορέας που ζητά την ψήφο των πολιτών οφείλει να λειτουργεί με διαφάνεια, συλλογικότητα και δημοκρατικούς κανόνες. Η «Ελπίδα» θα κριθεί αυστηρά και σε αυτό.
Όμως άλλο η απαίτηση να οικοδομηθεί ένα πραγματικό κόμμα και άλλο η βιαστική διακήρυξη ότι το εγχείρημα τελειώνει προτού καν δοκιμαστεί στις εκλογές.
Ένας νέος πολιτικός φορέας δεν αποκτά μέσα σε λίγους μήνες τις δομές, την εμπειρία και τον μηχανισμό κομμάτων που λειτουργούν επί δεκαετίες. Αυτό δεν του χαρίζει συγχωροχάρτι. Του δίνει, όμως, το αυτονόητο δικαίωμα να κριθεί στην εξέλιξή του και όχι να καταδικαστεί προκαταβολικά επειδή δεν γεννήθηκε ολοκληρωμένος.
Η αναφορά σε παλαιότερα αρχηγικά φαινόμενα επίσης δεν αρκεί. Οι εύκολες αναλογίες δεν αποδεικνύουν ίδια πολιτική διαδρομή, ίδια κοινωνική αφετηρία ή ίδιο τέλος.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν εμφανίστηκε ως προϊόν κομματικού μάρκετινγκ. Βγήκε στο προσκήνιο μέσα από μια προσωπική τραγωδία και έναν επίμονο αγώνα απέναντι σε θεσμούς και εξουσίες.
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί μαζί της, αλλά δεν μπορεί έντιμα να διαγράψει αυτή την αφετηρία.
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ιδιοκτησία κανενός
Η σύγκριση ανάμεσα σε ένα ποσοστό δημοτικότητας και σε μια πρόθεση ψήφου είναι από μόνη της προβληματική. Άλλο η θετική γνώμη για ένα δημόσιο πρόσωπο και άλλο η τελική εκλογική επιλογή.
Όταν η γενική συμπάθεια μετατρέπεται σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση, είναι απολύτως αναμενόμενο κάποιοι να απομακρύνονται και άλλοι να πλησιάζουν.
Αυτό δεν συνιστά αυτομάτως κατάρρευση. Είναι η μετάβαση από το σύμβολο στην πολιτική. Και αυτή η μετάβαση είναι δύσκολη για όλους.
Το αν η «Ελπίδα» θα αντέξει, θα το κρίνουν οι πολίτες, η ποιότητα του προγράμματός της, τα πρόσωπα που θα τη στελεχώσουν και ο τρόπος με τον οποίο θα οργανωθεί.
Δεν θα το αποφασίσει ένας πρόωρος δημοσιογραφικός επικήδειος ούτε ένας χαρακτηρισμός για υποτιθέμενους «μισούς ακολούθους», χωρίς παρουσίαση συγκρίσιμων στοιχείων.
Δεν είναι υποχρεωμένη να αρέσει
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι υπεράνω κριτικής. Κανείς που διεκδικεί πολιτική εξουσία δεν πρέπει να είναι.
Οφείλει να απαντήσει για το πρόγραμμα, τα όργανα, τις επιλογές προσώπων, τις διαδικασίες και τη χρηματοδότηση του εγχειρήματός της. Οφείλει να αποδείξει ότι η ελπίδα δεν είναι σύνθημα, αλλά οργανωμένη δημοκρατική πρόταση.
Η κριτική, όμως, πρέπει να αφορά όσα λέει και όσα πράττει — όχι το αν χαμογελά στις συνεντεύξεις, αν αισθάνεται άνετα μπροστά στις κάμερες ή αν δεν ανταποκρίνεται στην ιδεολογική εικόνα που κάποιοι είχαν κατασκευάσει για εκείνη.
Γιατί αυτό ακριβώς φαίνεται να ενοχλεί: δεν δέχθηκε να παραμείνει στην ασφαλή θέση που της είχαν επιφυλάξει.
Δεν έμεινε μόνο η πονεμένη μητέρα που το σύστημα μπορούσε να ακούει, να συλλυπάται και τελικά να αγνοεί. Αποφάσισε να γίνει πολιτικός αντίπαλος.
Και τότε άρχισαν οι διαγνώσεις, οι ταμπέλες και οι προφητείες καταστροφής.
Η Μαρία Καρυστιανού μπορεί να πετύχει ή να αποτύχει. Μπορεί να κάνει σωστές ή λανθασμένες επιλογές. Αυτό είναι το ρίσκο κάθε πολιτικής διαδρομής.
Δεν είναι, όμως, «εφημερόπτερο» επειδή δεν συμμορφώθηκε με τον ρόλο που άλλοι είχαν γράψει για εκείνη.
Αν κάποιοι βιάζονται τόσο πολύ να σβήσουν το φως της, ίσως δεν φοβούνται ότι θα πέσει πάνω στον γλόμπο.
Ίσως φοβούνται ότι θα φωτίσει όσα επί χρόνια κρατούσαν στο σκοτάδι.

