Δεν θα βαφτίσουμε κάθε αποχώρηση «συνωμοσία», αλλά ούτε θα δεχθούμε ότι όποιος αμφισβητεί το σύστημα είναι ψεκασμένος και ακροδεξιός
Του Ευάγγελου Λιαμπότη
Δεν γνωρίζω ποιοι είναι τα «άδηλα συμφέροντα» που, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πολιτικού Συμβουλίου, επιχείρησαν να αλώσουν την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία».
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Όταν καταγγέλλεις οργανωμένο σχέδιο υπονόμευσης, υφαρπαγή της ηγεσίας και υπόγειες διαδικασίες, οφείλεις να μιλήσεις καθαρά. Να δώσεις ονόματα, γεγονότα και στοιχεία. Διαφορετικά, αφήνεις μια βαριά σκιά πάνω από όλους και ζητάς από τους πολίτες να πιστέψουν χωρίς να γνωρίζουν.
Η πολιτική, όμως, δεν είναι εκκλησία για να απαιτεί πίστη. Είναι δημόσια υπόθεση και απαιτεί αποδείξεις.
Το ίδιο καθαρά θα μιλήσω και για όσους έσπευσαν να πανηγυρίσουν ότι η «Ελπίδα» διαλύεται. Δημοσιογράφοι και σχολιαστές αποφάσισαν ότι οι άνθρωποι που πίστεψαν στη Μαρία Καρυστιανού είναι περίπου ένα πλήθος ακροδεξιών, ψεκασμένων και συνωμοσιολόγων.
Επιστρατεύθηκαν ακόμη και τα μικροτσίπ, οι ψεκασμοί και ο Γκέμπελς!
Αυτό δεν είναι πολιτική ανάλυση. Είναι προσπάθεια δημόσιου εξευτελισμού ενός ολόκληρου κοινωνικού ακροατηρίου. Είναι η γνωστή μέθοδος: όταν δεν μπορείς να απαντήσεις στην οργή της κοινωνίας, προσβάλλεις εκείνους που την εκφράζουν.
Δεν είναι όλοι όσοι αμφισβητούν το σημερινό πολιτικό σύστημα ακροδεξιοί. Δεν είναι όλοι όσοι ζητούν Δικαιοσύνη για τα Τέμπη λαϊκιστές. Και ασφαλώς δεν είναι όλοι όσοι στράφηκαν προς τη Μαρία Καρυστιανού αφελείς που περιμένουν κάποιον πολιτικό σωτήρα.
Υπάρχουν χιλιάδες πολίτες που απλώς κουράστηκαν.
Κουράστηκαν από τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες οικογένειες, τις ίδιες υποσχέσεις και την ίδια ατιμωρησία. Αναζήτησαν μια διαφορετική πολιτική έκφραση και είδαν στο πρόσωπο της Μαρίας Καρυστιανού μια γυναίκα που συγκρούστηκε με έναν ολόκληρο μηχανισμό.
Αυτό το κοινωνικό κεφάλαιο είναι υπαρκτό και δεν διαγράφεται με χαρακτηρισμούς.
Δεν αποτελεί, όμως, λευκή επιταγή.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν μπορεί να ζητά από την κοινωνία διαφάνεια και Δικαιοσύνη, αλλά στο εσωτερικό του κόμματός της να παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα. Ποιοι αποφασίζουν; Με ποιες διαδικασίες; Γιατί αποχωρούν στελέχη; Ποιοι επιχείρησαν να υφαρπάξουν την ηγεσία; Ποια ακριβώς ήταν η εσωτερική άλωση που καταγγέλλεται;
Αν υπάρχουν αποδείξεις, πρέπει να δημοσιοποιηθούν.
Αν δεν υπάρχουν, τότε οι μεγάλες κουβέντες περί «σκοτεινών συμφερόντων» πρέπει να σταματήσουν. Διότι ένα νέο πολιτικό κίνημα δεν μπορεί να αντιγράφει τις χειρότερες συνήθειες των παλαιών κομμάτων: προσωπολατρία, κλειστές αποφάσεις, διαγραφές, εσωτερικούς εχθρούς και ανακοινώσεις που λένε πολλά χωρίς να εξηγούν τίποτε.
Δεν θα γίνω ούτε χειροκροτητής ούτε λιθοβόλος.
Δεν θα πανηγυρίσω για την αποτυχία ενός νέου εγχειρήματος, αλλά ούτε θα κάνω ότι δεν βλέπω τις ευθύνες του. Όποιος υπόσχεται μια νέα δημοκρατική αρχή, οφείλει πρώτα να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Η «Ελπίδα» μπορεί πράγματι να ενοχλεί πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Μπορεί να δέχεται επιθέσεις και να βρίσκεται αντιμέτωπη με ανθρώπους που επιδιώκουν να την ελέγξουν. Αυτά, όμως, δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μόνιμη δικαιολογία για κάθε αποχώρηση, κάθε διαφωνία και κάθε οργανωτική αποτυχία.
Στο τέλος, η μεγαλύτερη υπονόμευση δεν προέρχεται πάντοτε από τους αντιπάλους.
Προέρχεται από την αδιαφάνεια, την αλαζονεία και την άρνηση της αυτοκριτικής.
Εάν η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» θέλει να έχει μέλλον, πρέπει να απαντήσει δημόσια και συγκεκριμένα. Όχι στους δημοσιογράφους που τη λοιδορούν, αλλά στους πολίτες που την πίστεψαν.
Διότι η ελπίδα δεν χρειάζεται μυστήριο και προσωπολατρία.
Χρειάζεται αλήθεια.

