27 Ιουλίου 2012: Η ημέρα που η Αγροτική Τράπεζα έπαψε να υπάρχει ως ενιαία τράπεζα – Δεκατέσσερα χρόνια μετά, τα ερωτήματα παραμένουν
Η 27η Ιουλίου δεν είναι μια απλή ημερομηνία στο ημερολόγιο της μνημονιακής Ελλάδας. Είναι η ημέρα που η Αγροτική Τράπεζα, ένας οργανισμός άμεσα συνδεδεμένος με την ελληνική περιφέρεια, την αγροτική παραγωγή και χιλιάδες εργαζομένους, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και το επιλεγμένο «υγιές» τμήμα της πέρασε στην Τράπεζα Πειραιώς.
Δεν χρειάζονται υπερβολές για να περιγραφεί αυτό που συνέβη. Τα επίσημα στοιχεία είναι από μόνα τους αρκετά αποκαλυπτικά.
Στις 27 Ιουλίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της ΑΤΕ, επικαλούμενη ανεπάρκεια ιδίων κεφαλαίων, προβλήματα ρευστότητας και αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Την ίδια ημέρα αποφασίστηκε η άμεση μεταβίβαση επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στην Πειραιώς. Η επίσημη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος περιγράφει αναλυτικά τι μεταφέρθηκε και τι παρέμεινε στην εκκαθάριση.
Δεν επρόκειτο, με τη στενή νομική έννοια, για πώληση ολόκληρης της ΑΤΕ ως εταιρείας. Η τράπεζα διασπάστηκε. Στην Πειραιώς μεταφέρθηκαν τα ταμειακά διαθέσιμα, οι καταθέσεις, σημαντικό μέρος των δανειακών σχέσεων, δικαιώματα επί κινητής και ακίνητης περιουσίας, το εμπορικό σήμα και οι λειτουργικές δραστηριότητες. Άλλα στοιχεία, προβληματικά δάνεια, συμμετοχές και υποχρεώσεις παρέμειναν στην «κακή» ΑΤΕ.
Τα 95 εκατ. ευρώ δεν είναι ολόκληρη η ιστορία
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού καταγράφει ότι η Πειραιώς υπέβαλε τη μοναδική δεσμευτική προσφορά και ότι το αντάλλαγμα για τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ανήλθε σε 95 εκατ. ευρώ. Είχαν κληθεί να εξετάσουν τον φάκελο οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, ενώ είχε διερευνηθεί και ενδιαφέρον από το εξωτερικό. Στο τραπέζι, όμως, έμεινε τελικά μία δεσμευτική προσφορά. Επιτροπή Ανταγωνισμού – Απόφαση 549/VII/2012.
Αυτό είναι το ποσό που έμεινε στη δημόσια μνήμη. Όμως η πραγματική εικόνα της συναλλαγής είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ βαρύτερη για το Δημόσιο.
Η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε αρχικά με βάση μη ελεγμένα οικονομικά στοιχεία της ΑΤΕ για το τέλος Μαΐου 2012. Τα μεταφερόμενα στοιχεία ενεργητικού υπολογίστηκαν προσωρινά σε 14,721 δισ. ευρώ και τα στοιχεία παθητικού σε 21,397 δισ. ευρώ. Η αρχική διαφορά ανερχόταν σε 6,676 δισ. ευρώ.
Η οριστική αποτίμηση ολοκληρώθηκε εκ των υστέρων, τον Ιανουάριο του 2013. Τότε η διαφορά ενεργητικού και παθητικού προσδιορίστηκε στα 7,471 δισ. ευρώ, ενώ απαιτήθηκαν ακόμη 570 εκατ. ευρώ για την κεφαλαιακή ενίσχυση των μεταφερόμενων δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η συνολική κρατική στήριξη που συνδέθηκε με τη συγκεκριμένη πράξη εξυγίανσης έφθασε τα 8,041 δισ. ευρώ.
Αυτός είναι ο αριθμός που πρέπει να συζητείται μαζί με τα 95 εκατ. ευρώ. Αν αναφέρεται μόνο το τίμημα, η εικόνα είναι μισή. Και αν αποσιωπάται η κρατική κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού, η εικόνα γίνεται βολικά παραπλανητική.
Οι εργαζόμενοι δεν μεταφέρθηκαν μαζί με την τράπεζα
Η ΑΤΕ απασχολούσε 5.928 εργαζομένους τον Σεπτέμβριο του 2011. Κι όμως, οι συμβάσεις εργασίας εξαιρέθηκαν ρητά από τα στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στην Πειραιώς.
Με απλά λόγια: οι καταθέσεις, οι τραπεζικές εργασίες και μεγάλο μέρος του ενεργητικού εξασφάλισαν συνέχεια. Οι εργασιακές σχέσεις όχι.
Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπροστά σε ένα νέο εργασιακό καθεστώς, χωρίς η προηγούμενη σύμβασή τους να ακολουθεί αυτομάτως τη μεταβίβαση. Παράλληλα, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της ΑΤΕ απέναντι στους ασφαλιστικούς φορείς για το διάστημα έως τη μεταβίβαση παρέμειναν εκτός της συμφωνίας και βάρυναν την υπό εκκαθάριση τράπεζα.
Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της κοινωνικής πλευράς της υπόθεσης. Πίσω από τις αποφάσεις εξυγίανσης υπήρχαν μισθοί, συντάξεις, επικουρικές παροχές, εφάπαξ, υγειονομική κάλυψη και δικαιώματα που είχαν χτιστεί με εισφορές δεκαετιών.
Η ειδική εκκαθάριση της ΑΤΕ εξακολουθούσε να υφίσταται και να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ακόμη και το 2025. Δεκατρία χρόνια μετά τη μεταβίβαση, το κεφάλαιο δεν είχε τυπικά κλείσει. Σχετική προκήρυξη εκποίησης ακινήτων της PQH.
Τα πρόσωπα και η πολιτική ευθύνη
Πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 2012 ήταν ο Αντώνης Σαμαράς. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο Γιάννης Στουρνάρας. Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν ο Γιώργος Προβόπουλος. Επικεφαλής της Τράπεζας Πειραιώς ήταν ο Μιχάλης Σάλλας.
Η αναφορά των ονομάτων δεν ισοδυναμεί από μόνη της με απόδοση ποινικής ευθύνης. Η πολιτική και θεσμική ευθύνη, όμως, δεν μπορεί να εξαφανίζεται πίσω από τη γενική επίκληση της «διάσωσης του συστήματος».
Η κυβέρνηση της εποχής οφείλει να κρίνεται για τις επιλογές της. Η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα. Το ΤΧΣ για τη συναίνεση και τη χρηματοδότηση. Η διοίκηση της Πειραιώς για τους όρους με τους οποίους απέκτησε μια δραστηριότητα που την ανέβασε στη δεύτερη θέση της ελληνικής τραπεζικής αγοράς.
Τα ερωτήματα παραμένουν συγκεκριμένα:
Γιατί η συναλλαγή ολοκληρώθηκε πριν από την οριστική αποτίμηση; Ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν πραγματικά; Γιατί υπήρξε μόνο μία δεσμευτική προσφορά; Πώς προστατεύτηκε η δημόσια περιουσία; Ποιο ήταν το συνολικό όφελος και ποιο το πραγματικό κόστος για τον φορολογούμενο;
Από την Αγροτική στα μαθήματα για το «τι πήγε λάθος»
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο Μιχάλης Σάλλας κυκλοφόρησε το 2026 βιβλίο με τίτλο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να διορθωθεί».
Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να καταθέτει τη δική του εκδοχή για την οικονομική ιστορία της χώρας. Όταν, όμως, ένας από τους ισχυρότερους τραπεζίτες της Μεταπολίτευσης επιχειρεί να εξηγήσει τι πήγε λάθος, η κοινωνία έχει επίσης δικαίωμα να ανοίξει τους φακέλους των μεγάλων τραπεζικών αναδιαρθρώσεων και να προσθέσει τις δικές της υποσημειώσεις.
Διότι δεν γίνεται όσοι βρέθηκαν στο κέντρο των αποφάσεων να εμφανίζονται χρόνια αργότερα μόνο ως ουδέτεροι αναλυτές των συνεπειών τους.
Η 27η Ιουλίου 2012 πρέπει να παραμείνει ημέρα μνήμης και απαίτησης για λογοδοσία. Όχι με ατεκμηρίωτες κραυγές και εύκολες καταδίκες, αλλά με πλήρη δημοσιοποίηση των στοιχείων, των αποτιμήσεων, των πρακτικών και των πραγματικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων.
Όπου προκύπτουν πολιτικές ευθύνες, να καταλογιστούν. Όπου προκύπτουν αστικές ή ποινικές ευθύνες, να διερευνηθούν. Και όπου υπάρχει περιουσιακή ζημία του Δημοσίου, να αναζητηθεί μέχρι το τελευταίο ευρώ.
Γιατί μια χώρα που ξεχνά ποιος πήρε τις αποφάσεις, ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό και ποιος βγήκε ισχυρότερος, είναι καταδικασμένη να χειροκροτεί ξανά εκείνους που της παραδίδουν κάθε φορά το κόστος ως «μονόδρομο».

