Η καταστροφή στην Αττικοβοιωτία και η τραγωδία με τα δύο ελικόπτερα δεν επιτρέπουν άλλες επικοινωνιακές υπεκφυγές. Απαιτούν έρευνα, λογοδοσία και ένα κράτος που θα λειτουργεί πριν από την καταστροφή.
Η Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη να καίγεται κάθε καλοκαίρι. Γίνεται, όμως, επικίνδυνη όταν η πρόληψη αρχίζει αφού ξεσπάσει η φωτιά, τα αντιπυρικά έργα εκτελούνται μέσα στην αντιπυρική περίοδο και έμπειροι πυροσβέστες αντιμετωπίζονται τον χειμώνα ως προσωπικό περιορισμένης διάρκειας.
Αυτό δεν είναι σχέδιο Πολιτικής Προστασίας. Είναι διαχείριση της καταστροφής με ημερομηνία λήξης.
Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για «ισχυρό μηχανισμό», επίσημο έγγραφο του Πυροσβεστικού Σώματος αποκάλυπτε ότι, τον Απρίλιο του 2026, επιχειρούνταν ακόμη η κάλυψη 262 κενών από τις 2.500 εγκεκριμένες θέσεις εποχικών πυροσβεστών. Δηλαδή, η αντιπυρική περίοδος πλησίαζε και ο μηχανισμός εξακολουθούσε να αναζητεί ανθρώπους για να στελεχωθεί. Το επίσημο έγγραφο του Πυροσβεστικού Σώματος
Η φωτιά δεν ξεκίνησε από την «κλιματική κρίση»
Για τη μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε από τη Βοιωτία και επεκτάθηκε μέχρι τη Δυτική Αττική, τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας δείχνουν σπινθηρισμούς από την ταλάντωση αγωγών ιδιωτικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο συνέδεε εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών με το κεντρικό δίκτυο. Η αυτοψία πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή δικαστικού πραγματογνώμονα, ενώ η δικαστική διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν φταίν γενικά και αόριστα «οι ανεμογεννήτριες» ή αν κάθε καταστροφή πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως στην κλιματική κρίση.
Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο:
Ποιος κατασκεύασε το δίκτυο; Ποιος το επέβλεψε; Ποιος πιστοποίησε την ασφάλειά του; Πότε πραγματοποιήθηκε η τελευταία συντήρηση; Υπήρχαν οι απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας και οι αναγκαίες ζώνες πυροπροστασίας; Ελέγχθηκαν οι αγωγοί πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου;
Η εγκατάσταση ενεργειακών υποδομών μέσα ή δίπλα σε δασικές εκτάσεις δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «βάλαμε τα καλώδια και τελειώσαμε». Απαιτεί διαρκή επιθεώρηση, αυστηρή εποπτεία και πραγματικές κυρώσεις.
Εφόσον αποδειχθούν πράξεις ή παραλείψεις, οι υπεύθυνοι οφείλουν να λογοδοτήσουν και οι πληγέντες να αποζημιωθούν πλήρως. Η ευθύνη, όμως, πρέπει να αποδοθεί από την έρευνα και τη Δικαιοσύνη — όχι να εξαφανιστεί μέσα σε έναν πόλεμο ανακοινώσεων και αλληλομετάθεσης ευθυνών.
Δύο νεκροί και ένα αμείλικτο ερώτημα
Ακόμη βαρύτερα είναι τα ερωτήματα γύρω από τη σύγκρουση των δύο μισθωμένων πυροσβεστικών ελικοπτέρων στην Ψάθα, από την οποία έχασαν τη ζωή τους δύο άνθρωποι.
Η διερεύνηση των συνθηκών ανατέθηκε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Στα δύο ελικόπτερα επέβαιναν οι χειριστές και Έλληνες σύνδεσμοι–συντονιστές, ενώ τα ακριβή αίτια της σύγκρουσης δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επισήμως.
Παράλληλα, ο αντιστράτηγος ε.α. και πρώην υπαρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Ανδριανός Γκουρμπάτσης υποστήριξε ότι τα ελικόπτερα φέρονται να συντονίζονταν από επίγειο αξιωματικό, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, ο προβλεπόμενος συντονισμός έπρεπε να γίνεται από ειδικά εκπαιδευμένο εναέριο συντονιστή μέσα από συντονιστικό ελικόπτερο. Πρόκειται για σοβαρό ισχυρισμό, ο οποίος δεν αποτελεί ακόμη επίσημο πόρισμα αλλά απαιτεί ξεκάθαρη απάντηση. Η τοποθέτηση του εμπειρογνώμονα
Υπήρχε συντονιστικό ελικόπτερο; Αν όχι, γιατί; Ποιος έδωσε τις εντολές πτήσης; Τηρήθηκαν οι αποστάσεις και οι διαδικασίες ασφαλείας; Υπήρξε επιχειρησιακή πίεση που οδήγησε δύο εναέρια μέσα στην ίδια ζώνη;
Δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Οι οικογένειές τους και ολόκληρη η κοινωνία δικαιούνται απαντήσεις, όχι μόνο συλλυπητήρια.
Η ασφάλεια δεν χτίζεται με συνθήματα
Σε μια χώρα όπου αμφισβητείται η επάρκεια των ελέγχων ακόμη και σε εναέρια δίκτυα και επιχειρήσεις πυρόσβεσης, κάθε συζήτηση για πολύ πιο σύνθετες ενεργειακές επιλογές —όπως η πυρηνική ενέργεια— οφείλει να ξεκινά από την ποιότητα των θεσμών, των ελεγκτικών μηχανισμών και της κουλτούρας ασφαλείας.
Δεν αρκεί να αγοράζουμε τεχνολογία. Πρέπει να μπορούμε να την ελέγχουμε, να τη συντηρούμε και να εφαρμόζουμε τους κανόνες χωρίς εξαιρέσεις.
Οι πυροσβέστες δεν μπορεί να θεωρούνται απαραίτητοι μόνο όταν καίγεται η χώρα. Η πρόληψη δεν μπορεί να θυμίζει εποχική εργασία. Και η λογοδοσία δεν μπορεί να τελειώνει μαζί με τα τηλεοπτικά πλάνα από τις φλόγες.
Γιατί η πραγματική επικινδυνότητα δεν βρίσκεται μόνο στον άνεμο και στη φωτιά. Βρίσκεται στην προχειρότητα, στην απουσία ελέγχων και στη βεβαιότητα ότι, όταν σβήσουν οι κάμερες, κανείς δεν θα θυμάται ποιος είχε την ευθύνη.

