Περινεοτομές χωρίς ουσιαστική συναίνεση, ταπεινωτικά σχόλια, επώδυνες πρακτικές και το περιβόητο «ράμμα του συζύγου» συνθέτουν μια πραγματικότητα που πολλές γυναίκες εξακολουθούν να βιώνουν σιωπηλά
Η γέννηση ενός παιδιού θα έπρεπε να αποτελεί στιγμή ασφάλειας, φροντίδας και απόλυτου σεβασμού προς τη γυναίκα. Για αρκετές μητέρες, όμως, η αίθουσα τοκετού δεν αφήνει μόνο την ανάμνηση της πρώτης αγκαλιάς με το παιδί τους. Αφήνει πόνο, φόβο, ταπείνωση και ένα τραύμα που μπορεί να τις ακολουθεί για χρόνια.
Πίσω από τις κλειστές πόρτες των μαιευτηρίων επιβιώνουν πρακτικές που πραγματοποιούνται χωρίς επαρκή ενημέρωση και χωρίς την ουσιαστική συναίνεση της γυναίκας. Περινεοτομές ρουτίνας, συνεχείς επώδυνες εξετάσεις, πρόκληση τοκετού, περιορισμός των κινήσεων, άρνηση αναλγησίας, προσβλητικά σχόλια και πίεση για ιατρικές παρεμβάσεις εμφανίζονται σε μαρτυρίες γυναικών και επαγγελματιών υγείας.
Η μαιευτική βία δεν είναι ένας ακόμη «βαρύς» όρος που χρησιμοποιείται για εντυπωσιασμό. Είναι η στιγμή κατά την οποία η γυναίκα παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος με δικαιώματα και μετατρέπεται σε παθητικό σώμα πάνω στο οποίο αποφασίζουν άλλοι.
Το «έξτρα» ράμμα και η νοοτροπία μιας άλλης εποχής
Ανάμεσα στις πιο σοκαριστικές πρακτικές βρίσκεται το λεγόμενο «ράμμα του συζύγου». Πρόκειται για ένα επιπλέον ράμμα μετά από περινεοτομή ή ρήξη του περινέου, το οποίο φέρεται να γίνεται ώστε ο κόλπος να γίνει πιο «στενός», υποτίθεται προς όφελος της σεξουαλικής ικανοποίησης του άνδρα.
Η ίδια η ονομασία αποκαλύπτει μια βαθιά σεξιστική αντίληψη: ότι ακόμη και αμέσως μετά τον τοκετό, το σώμα της γυναίκας μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο ευχαρίστησης του συζύγου της.
Γυναίκες ανακαλύπτουν τι τους συνέβη μόνο όταν αρχίζουν να αισθάνονται έντονο πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή. Άλλες χρειάζονται φυσικοθεραπείες, καυτηριασμούς ή νέα ιατρική παρέμβαση. Υπάρχουν και εκείνες που ζουν για χρόνια με το πρόβλημα, πιστεύοντας ότι ο πόνος αποτελεί φυσιολογική συνέπεια της γέννας.
Δεν αποτελεί, όμως, φυσιολογική εξέλιξη η γυναίκα να υποφέρει επειδή κάποιος αποφάσισε για το σώμα της χωρίς να τη ρωτήσει.
Περινεοτομή χωρίς ενημέρωση
Τα διαθέσιμα στοιχεία για την Ελλάδα προκαλούν ανησυχία. Σε ευρωπαϊκή καταγραφή αναφέρεται ότι περίπου τέσσερις στις δέκα γυναίκες υποβλήθηκαν σε περινεοτομή, ενώ μόνο στις μισές από αυτές ζητήθηκε προηγουμένως συναίνεση. Άλλη μελέτη κατέγραψε ακόμη υψηλότερα ποσοστά, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών που γεννούσαν για πρώτη φορά.
Η περινεοτομή, όπως και η καισαρική τομή ή η πρόκληση τοκετού, μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποδειχθεί αναγκαία, ακόμη και σωτήρια. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η ιατρική πράξη παύει να εφαρμόζεται βάσει πραγματικής ανάγκης και μετατρέπεται σε διαδικασία ρουτίνας, επειδή είναι ταχύτερη ή ευκολότερη για το σύστημα.
Η γυναίκα έχει δικαίωμα να γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί, γιατί προτείνεται μια επέμβαση, ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες εναλλακτικές υπάρχουν. Η συναίνεση δεν είναι ένα βιαστικό «ναι» μέσα στον φόβο και στον πόνο. Δεν είναι μια υπογραφή που αποσπάται κατά την εισαγωγή στο μαιευτήριο. Είναι διαρκής, ελεύθερη και πλήρως ενημερωμένη επιλογή.
Οι λέξεις που πληγώνουν
Η βία κατά τον τοκετό δεν είναι μόνο σωματική. Μπορεί να κρύβεται σε ένα ειρωνικό σχόλιο, σε μια απειλή, σε μια προσβολή ή σε μια φράση που ενοχοποιεί τη γυναίκα επειδή φοβάται και ρωτά.
Μαρτυρίες περιγράφουν γυναίκες που άκουσαν ότι «δεν συνεργάζονται», ότι «κινδυνεύουν το παιδί τους» ή ότι είναι υπερβολικές. Άλλες φοβούνται ακόμη και να τηλεφωνήσουν στον γιατρό τους για μια διευκρίνιση, μήπως ενοχλήσουν, μήπως χαρακτηριστούν δύσκολες ή μήπως δεχθούν επιθετική απάντηση.
Σε καταγραφές για την Ελλάδα, ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών αναφέρει ότι βίωσε λεκτική ή σωματική κακομεταχείριση κατά τη γέννα. Πίσω από τα ποσοστά βρίσκονται μητέρες που θυμούνται τον τοκετό όχι ως μια δυνατή στιγμή ζωής, αλλά ως εμπειρία κατά την οποία έχασαν τον έλεγχο του σώματος και της αξιοπρέπειάς τους.
Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρές: μετατραυματικό στρες, άγχος, φόβος για μια επόμενη εγκυμοσύνη, δυσκολία στη σεξουαλική ζωή, ακόμη και αδυναμία συναισθηματικής σύνδεσης με το νεογέννητο.
Και η υποστελέχωση μπορεί να γίνει βία
Δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχει πρόθεση για να προκληθεί τραύμα. Μια γυναίκα που μένει μόνη στην ανάνηψη, αποχωρισμένη από το παιδί της, χωρίς ενημέρωση και χωρίς κάποιον να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, βιώνει εγκατάλειψη στην πιο ευάλωτη στιγμή της ζωής της.
Η έλλειψη προσωπικού, η εξουθένωση των επαγγελματιών υγείας και οι ασφυκτικοί ρυθμοί των νοσοκομείων δεν δικαιολογούν την κακομεταχείριση. Αποκαλύπτουν, όμως, ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε ορισμένους «κακούς» γιατρούς ή μαίες. Αφορά ένα σύστημα που συχνά δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ταχύτητα και στην εξυπηρέτηση της διαδικασίας παρά στις ανάγκες της γυναίκας.
Ο σεβασμός δεν είναι πολυτέλεια
Το αίτημα δεν είναι να δαιμονοποιηθούν οι γιατροί, οι μαίες ή οι αναγκαίες ιατρικές παρεμβάσεις. Είναι να αλλάξει μια νοοτροπία δεκαετιών. Να εκπαιδευτούν σωστά οι επαγγελματίες, να ενισχυθούν τα μαιευτήρια με προσωπικό, να υπάρχουν σαφή πρωτόκολλα και ασφαλείς διαδικασίες καταγγελίας.
Κυρίως, όμως, να γίνει απολύτως κατανοητό ότι η γυναίκα δεν παραδίδει τα δικαιώματά της στην πόρτα της αίθουσας τοκετού.
Το σώμα της δεν ανήκει στον γιατρό, στο μαιευτήριο ή στον σύζυγό της. Καμία ιατρική πράξη δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς ενημέρωση και συναίνεση, εκτός μιας πραγματικά επείγουσας κατάστασης κατά την οποία κινδυνεύει η ζωή.
Η γέννα δεν πρέπει να είναι δοκιμασία υποταγής. Πρέπει να αποτελεί διαδικασία φροντίδας, επιστημονικής ευθύνης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γιατί όταν μια μητέρα βγαίνει από το μαιευτήριο κρατώντας το παιδί της αλλά κουβαλώντας ένα τραύμα που κανείς δεν θέλει να ακούσει, τότε το σύστημα δεν έχει απλώς αποτύχει. Την έχει εγκαταλείψει.

