Οι τράπεζες δίνουν ψίχουλα στις καταθέσεις, χρεώνουν πολλαπλάσια στα δάνεια και οι οφειλές της Νέας Δημοκρατίας ξεπέρασαν τα 600 εκατ. ευρώ
Υπάρχει ένα τραπεζικό σύστημα δύο ταχυτήτων. Από τη μία βρίσκεται ο πολίτης, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας και ο ελεύθερος επαγγελματίας, που κινδυνεύουν να χάσουν λογαριασμούς και περιουσίες για οφειλές μερικών χιλιάδων ευρώ. Από την άλλη βρίσκονται τα πολιτικά κόμματα, των οποίων τα τραπεζικά χρέη διογκώνονται επί δεκαετίες χωρίς να παρουσιάζεται ένα σαφές και αποτελεσματικό σχέδιο αποπληρωμής.
Δεν χρειάζεται, όμως, να υπερβάλουμε για να περιγράψουμε το πρόβλημα. Οι πραγματικοί αριθμοί είναι ήδη εφιαλτικοί.
Η αλήθεια για το ένα εκατομμύριο και τον ανατοκισμό
Για να μετατραπεί ένα δάνειο ενός εκατομμυρίου ευρώ σε ένα τρισεκατομμύριο μέσα σε 50 χρόνια, χωρίς καμία πληρωμή, απαιτείται ετήσιος σύνθετος ανατοκισμός περίπου 31,8%. Επομένως, δεν είναι ακριβές ότι αυτό θα συμβεί με οποιοδήποτε σημερινό τραπεζικό επιτόκιο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για τον Ιούνιο του 2026 μέσο επιτόκιο νέων δανείων 4,65%, ενώ για δάνεια από 250.001 έως ένα εκατομμύριο ευρώ το μέσο επιτόκιο ήταν 4,52%. Με καθαρά μαθηματικό ανατοκισμό 4,52%, χωρίς καμία καταβολή επί 50 χρόνια, το ένα εκατομμύριο θα έφτανε περίπου στα 9,1 εκατομμύρια ευρώ.
Στις ανοικτές καταναλωτικές πιστώσεις, όμως, το μέσο επιτόκιο έφτανε το 14,49%. Με αυτό το ποσοστό, το ένα εκατομμύριο θα πλησίαζε σε 50 χρόνια τα 868 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για θεωρητικούς υπολογισμούς, χωρίς να συνυπολογίζονται ειδικοί όροι συμβάσεων, τόκοι υπερημερίας, δικαστικές δαπάνες και προσαυξήσεις. Και πάλι, όμως, το αποτέλεσμα είναι τρομακτικό. Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν επίσης ότι οι νέες καταθέσεις απέδιδαν κατά μέσο όρο μόλις 0,36%, έναντι 4,65% των νέων δανείων.
Αυτή είναι η πραγματική τραπεζική στρέβλωση: σχεδόν μηδενική ανταμοιβή για τον καταθέτη και πολλαπλάσιο κόστος για τον δανειολήπτη.
Η απελευθέρωση των επιτοκίων δεν έγινε από τη σημερινή κυβέρνηση
Χρειάζεται και εδώ ακρίβεια. Η απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων δεν αποτελεί αποκλειστική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης. Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, επιταχύνθηκε το 1987 και ολοκληρώθηκε σταδιακά κατά τη δεκαετία του 1990. Αυτό προκύπτει από την ίδια την ιστορική καταγραφή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η σημερινή κυβέρνηση, όμως, κρίνεται για το σημερινό καθεστώς: για την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη λειτουργία των funds και των servicers, τον πτωχευτικό νόμο, τον εξωδικαστικό μηχανισμό, την τραπεζική εποπτεία και την πραγματική δυνατότητα του μικρού δανειολήπτη να πετύχει μια βιώσιμη ρύθμιση.
Δεν ευθύνεται για την απελευθέρωση που ξεκίνησε πριν από τέσσερις δεκαετίες. Ευθύνεται, όμως, για το αν σήμερα επιβάλλονται οι ίδιοι κανόνες σε ισχυρούς και αδύναμους.
Από τα 239 στα 602 εκατομμύρια ευρώ
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική πρόκληση.
Σύμφωνα με τον ισολογισμό του 2025, οι συνολικές υποχρεώσεις της Νέας Δημοκρατίας ανήλθαν στα 602,14 εκατ. ευρώ. Οι τραπεζικές υποχρεώσεις έφτασαν τα 592,95 εκατ. ευρώ, ενώ περίπου 508,54 εκατ. ευρώ αφορούν τόκους και ανατοκισμό κεφαλαιοποιημένων τόκων.
Το 2016 οι συνολικές υποχρεώσεις ήταν 239,39 εκατ. ευρώ και οι τραπεζικές περίπου 225,26 εκατ. ευρώ. Επομένως, τα συνολικά χρέη δεν έχουν απλώς διπλασιαστεί. Έχουν αυξηθεί κατά περίπου 363 εκατ. ευρώ μέσα σε μία δεκαετία. Τα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρουν επίσης ότι τα συγκεκριμένα δάνεια είχαν ληφθεί έως το 2011 και ότι από το 2016 απαγορεύτηκε καταστατικά η λήψη νέων δανείων. Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η συνέχιση αδιευκρίνιστου νέου δανεισμού, αλλά η ανεξέλεγκτη διόγκωση των παλαιών οφειλών μέσω τόκων και ανατοκισμού. Τα στοιχεία του ισολογισμού του 2025 δεν αφήνουν περιθώριο για επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς.
Δεν «ξεχρεώθηκαν» μέσω των ανακεφαλαιοποιήσεων
Δεν είναι ακριβές ότι τα κομματικά δάνεια εξοφλήθηκαν από τους φορολογουμένους μέσω των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων. Αν είχαν εξοφληθεί, δεν θα εμφανίζονταν σήμερα ως υποχρεώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Είναι, όμως, αδιαμφισβήτητο ότι οι πολίτες στήριξαν το τραπεζικό σύστημα με τεράστια ποσά. Ο ίδιος ο Γιάννης Στουρνάρας έχει αναφερθεί σε περίπου 50 δισ. ευρώ ανακεφαλαιοποιήσεων μέσω του ΤΧΣ, επιπλέον ποσά για την κάλυψη τραπεζικών κενών και κρατικές εγγυήσεις μέσω του «Ηρακλή». Η σχετική τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνει το μέγεθος της δημόσιας παρέμβασης.
Και εδώ γεννιέται το πολιτικό και ηθικό ερώτημα: όταν ο φορολογούμενος κλήθηκε να στηρίξει τις τράπεζες, γιατί δεν δικαιούται πλήρη ενημέρωση για το πώς αντιμετωπίζονται τα τεράστια κομματικά δάνεια; Ποιο είναι το σχέδιο αποπληρωμής; Ποιες εξασφαλίσεις υπάρχουν; Πόσα χρήματα καταβάλλονται κάθε χρόνο και γιατί οι συνολικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να αυξάνονται;
Άλλος ελεγκτής για το «πόθεν έσχες»
Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων δεν αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της ΑΑΔΕ. Πραγματοποιείται από την αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου και την ειδική υπηρεσία της Βουλής. Η φορολογική διοίκηση μπορεί να εμπλακεί όταν προκύπτουν φορολογικά ζητήματα, αλλά η ευθύνη για τον ετήσιο έλεγχο των δηλώσεων ανήκει στον συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό μηχανισμό. Η Βουλή περιγράφει ρητά αυτή την αρμοδιότητα.
Το πραγματικό αίτημα, λοιπόν, πρέπει να είναι συγκεκριμένο: ουσιαστικοί έλεγχοι, διασταύρωση εισοδημάτων και περιουσιακών μεταβολών, δημοσιοποίηση σαφών πορισμάτων και ίδιο μέτρο αυστηρότητας για πολιτικούς και πολίτες.
Κύριε Μητσοτάκη, δεν γίνεται να ζητάτε δημοσιονομική πειθαρχία από μια ολόκληρη κοινωνία, όταν οι υποχρεώσεις του κόμματος του οποίου προεδρεύετε αυξήθηκαν από 239 σε περισσότερα από 602 εκατομμύρια ευρώ.
Και κύριε Στουρνάρα, οι πολίτες δεν ζητούν συνθήματα. Ζητούν να μάθουν εάν οι κανόνες που εφαρμόζονται στον μικρό δανειολήπτη εφαρμόζονται με την ίδια αποφασιστικότητα και στους ισχυρούς.
Γιατί δημοκρατία με δύο μέτρα, δύο σταθμά και δύο διαφορετικά τραπεζικά ταμεία δεν είναι δημοκρατία. Είναι προνόμιο για τους λίγους και οικονομική καταδίκη για τους πολλούς.

