Το δίλημμα είναι αν η ακρίβεια θα αντιμετωπιστεί με πραγματικούς μισθούς ή με παροχές που δεν κατοχυρώνουν κανένα μόνιμο δικαίωμα
Μια νέα συνταγή για την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων μπαίνει στο τραπέζι: περισσότερα κουπόνια σίτισης αντί για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς.
Στα χαρτιά η πρόταση μοιάζει ελκυστική. Ο εργαζόμενος παίρνει περισσότερα χρήματα για τις καθημερινές του ανάγκες, η επιχείρηση πληρώνει λιγότερα και το σύνολο της παροχής φτάνει στην τσέπη χωρίς κρατήσεις.
Μόνο που υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: το κουπόνι δεν είναι μισθός. Δεν αυξάνει τις συντάξιμες αποδοχές, δεν ενισχύει παροχές που υπολογίζονται πάνω στον ασφαλιστέο μισθό και δεν αποτελεί μόνιμη κατάκτηση του εργαζομένου.
Σήμερα πληρώνει το σούπερ μάρκετ. Αύριο, όμως, αφήνει χαμηλότερη σύνταξη.
Η αριθμητική της παγίδας
Για έναν εργαζόμενο με μεικτό μισθό 1.500 ευρώ, μια αύξηση 50 ευρώ ανεβάζει τον μεικτό μισθό στα 1.550 ευρώ. Το μηνιαίο κόστος για τον εργοδότη δεν αυξάνεται μόνο κατά 50 ευρώ, αλλά κατά περίπου 57 ευρώ, εξαιτίας των εργοδοτικών εισφορών.
Ο εργαζόμενος, από την άλλη πλευρά, δεν βλέπει ολόκληρη την αύξηση. Μετά τον φόρο και τις ασφαλιστικές κρατήσεις, τα 50 ευρώ περιορίζονται περίπου στα 36 έως 38 ευρώ καθαρά, ανάλογα με την ηλικία και την οικογενειακή του κατάσταση.
Αν το ίδιο ποσό δοθεί με τη μορφή κουπονιού σίτισης, η επιχείρηση καταβάλλει 50 ευρώ και ο εργαζόμενος αξιοποιεί 50 ευρώ. Βραχυπρόθεσμα, λοιπόν, όλοι φαίνονται κερδισμένοι — εκτός από το Δημόσιο, που χάνει έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Η εικόνα αλλάζει όταν κοιτάξει κανείς πέρα από τον επόμενο μήνα. Η επιχείρηση περιορίζει το κόστος της, το κράτος χάνει έσοδα και ο εργαζόμενος παραμένει με τον ίδιο ασφαλιστέο μισθό.
Το άμεσο όφελος αγοράζεται με υποχώρηση των μελλοντικών του δικαιωμάτων.
Ο «φορολογικός πληθωρισμός» τρώει τις αυξήσεις
Από την 1η Ιανουαρίου 2027, εφόσον δεν αλλάξει η φορολογική κλίμακα, επιστρέφει στην πράξη ο λεγόμενος φορολογικός πληθωρισμός.
Ονομαστικές αυξήσεις που δίνονται για να καλύψουν μέρος της ακρίβειας οδηγούν σε μεγαλύτερη παρακράτηση φόρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο εργαζόμενος έγινε πραγματικά πλουσιότερος.
Στο παράδειγμα των 1.500 ευρώ, ενώ ο μεικτός μισθός αυξάνεται κατά 3,33%, ο παρακρατούμενος φόρος μπορεί να αυξηθεί κατά ποσοστό από περίπου 8% έως και πάνω από 10%, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Έτσι, η καθαρή αύξηση περιορίζεται κοντά στο 3,1% και κινδυνεύει να απορροφηθεί σχεδόν ολόκληρη από τον πληθωρισμό.
Με απλά λόγια, ο μισθός ανεβαίνει ονομαστικά, η εφορία εισπράττει περισσότερα και η πραγματική αγοραστική δύναμη του εργαζομένου μένει σχεδόν στάσιμη.
Συμπλήρωμα ή υποκατάστατο μισθού;
Τα κουπόνια σίτισης δεν είναι από μόνα τους αρνητικό μέτρο. Μπορούν να αποτελέσουν μια χρήσιμη πρόσθετη παροχή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τα τρόφιμα και τα βασικά αγαθά πιέζουν ασφυκτικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν παρουσιάζονται ως εναλλακτική λύση στις πραγματικές αυξήσεις.
Αν τα κουπόνια δοθούν πάνω από μια κανονική μισθολογική αναπροσαρμογή, τότε προσφέρουν άμεση ανακούφιση. Αν, όμως, αντικαταστήσουν την αύξηση, δημιουργείται ένας εργαζόμενος δύο ταχυτήτων: με ένα μέρος του εισοδήματός του κατοχυρωμένο στον μισθό και ένα άλλο μέρος περιορισμένο σε συγκεκριμένες αγορές, χωρίς ασφαλιστική αξία και χωρίς εγγύηση μονιμότητας.
Παράλληλα, μια γενικευμένη επέκταση των κουπονιών θα προκαλέσει πίεση και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι ήδη λαμβάνουν αντίστοιχες παροχές.
Κάθε αύξηση της αξίας τους θα έχει δημοσιονομικό κόστος, την ώρα που το κράτος θα εισπράττει λιγότερους φόρους και εισφορές από τον ιδιωτικό τομέα.
Η λύση δεν μπορεί να είναι «μισθός σε είδος»
Η συζήτηση αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: η εργασία στην Ελλάδα παραμένει υπερφορολογημένη, ενώ η ακρίβεια εξανεμίζει ακόμη και τις μικρές ονομαστικές αυξήσεις.
Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να σηκώσουν ολόκληρο το μισθολογικό κόστος και οι εργαζόμενοι βλέπουν μεγάλο μέρος κάθε αύξησης να χάνεται πριν φτάσει στον λογαριασμό τους.
Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι η σταδιακή μετατροπή του μισθού σε κουπόνια.
Απαιτείται συνδυασμός πραγματικών αυξήσεων, τιμαριθμικής προσαρμογής της φορολογικής κλίμακας και μείωσης της επιβάρυνσης στην εργασία, ώστε η αύξηση να φτάνει στον εργαζόμενο χωρίς να ακυρώνεται από φόρους και εισφορές.
Τα κουπόνια μπορούν να είναι βοήθημα. Δεν μπορούν να γίνουν άλλοθι.
Γιατί ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται μόνο να γεμίσει το καλάθι του σήμερα. Χρειάζεται μισθό που θα τον προστατεύει και αύριο.


