Επιστολές και τηλεφωνήματα από CEOs για να καθυστερήσει ο επίσημος ορισμός των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων – Από αυτά προέρχεται σχεδόν το 62% των θερμίδων που καταναλώνουν τα παιδιά στις ΗΠΑ
Δεν τους ανησυχεί τόσο τι περιέχουν τα προϊόντα τους. Τους ανησυχεί τι θα συμβεί εάν η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίσει να πει στους πολίτες, με επίσημο και σαφή τρόπο, ποια τρόφιμα θεωρούνται υπερεπεξεργασμένα.
Διευθύνοντες σύμβουλοι μεγάλων εταιρειών τροφίμων και εκπρόσωποι εμπορικών ενώσεων άσκησαν έντονες πιέσεις στον Λευκό Οίκο, ζητώντας να καθυστερήσει η δημοσιοποίηση του πρώτου ομοσπονδιακού ορισμού για τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Σύμφωνα με το Bloomberg, τις τελευταίες εβδομάδες εστάλησαν επιστολές και πραγματοποιήθηκαν τηλεφωνικές επικοινωνίες με κυβερνητικούς αξιωματούχους. Στόχος ήταν να ανακοπεί ή τουλάχιστον να μετατεθεί χρονικά μια πολιτική έκθεση που θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα στην τεράστια αγορά των συσκευασμένων τροφίμων.
Ο φόβος των εταιρειών
Η βιομηχανία προειδοποιεί ότι ένας επίσημος ορισμός μπορεί να προκαλέσει δικαστικές προσφυγές, να αυξήσει το κόστος παραγωγής και να πλήξει τις πωλήσεις.
Πίσω, όμως, από τη γλώσσα περί «κόστους» και «νομικής αβεβαιότητας» βρίσκεται μία πολύ πιο απλή πραγματικότητα: εκατοντάδες προϊόντα που σήμερα γεμίζουν τα ράφια των αμερικανικών σούπερ μάρκετ ενδέχεται να αποκτήσουν μια δυσάρεστη για τις εταιρείες ταυτότητα.
Να χαρακτηριστούν δηλαδή επισήμως υπερεπεξεργασμένα.
Και όταν ο καταναλωτής γνωρίζει τι αγοράζει, μπορεί να αλλάξει και τις επιλογές του.
Η έκθεση δεν θα αποτελεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, δεσμευτικό κανονισμό. Θα δημιουργήσει, όμως, τη βάση για μελλοντικές έρευνες, κρατικά διατροφικά προγράμματα, πολιτικές επισήμανσης και πιθανές ρυθμίσεις.
Επομένως, η μάχη δεν γίνεται απλώς για μία λέξη. Γίνεται για το τι μπορεί να ακολουθήσει.
Πώς θα αναγνωρίζονται
Ο προτεινόμενος ορισμός αναμένεται να εξετάζει εάν ένα προϊόν περιλαμβάνει συστατικά που χρησιμοποιούνται για να μεταβάλουν την εμφάνιση, την υφή ή άλλα χαρακτηριστικά του τροφίμου.
Θα λαμβάνεται επίσης υπόψη εάν περιέχει ουσίες που σπανίως ή ποτέ δεν βρίσκονται σε μια συνηθισμένη οικιακή κουζίνα.
Στις 10 Αυγούστου 2026, το αμερικανικό υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε ότι, σε συνεργασία με το υπουργείο Γεωργίας, υπέβαλε τον πρώτο προτεινόμενο ομοσπονδιακό ορισμό των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων για τελική αξιολόγηση. Η διαδικασία, συνεπώς, δεν έχει εγκαταλειφθεί, παρά τις πιέσεις του κλάδου. Η επίσημη ανακοίνωση του HHS
Ο ασκών χρέη επιτρόπου της FDA, Κάιλ Διαμάντας, ανέφερε ότι επιδίωξη είναι να δημιουργηθεί μια ισχυρότερη επιστημονική βάση για τη μελλοντική έρευνα και τη διατροφική πολιτική των ΗΠΑ.
Εξετάζεται παράλληλα η εξαίρεση προϊόντων τα οποία πληρούν τα ήδη θεσπισμένα κριτήρια της FDA για τον χαρακτηρισμό «υγιεινό». Σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσαν να ενταχθούν ορισμένα γιαούρτια και ψωμιά ολικής άλεσης, ώστε να μη θεωρηθούν αυτομάτως επιβλαβή μόνο και μόνο επειδή έχουν υποστεί κάποια μορφή βιομηχανικής επεξεργασίας.
Το 61,9% των θερμίδων των παιδιών
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της έκτασης που έχει λάβει η κατανάλωση αυτών των προϊόντων.
Σύμφωνα με στοιχεία των αμερικανικών Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 55% των θερμίδων που καταναλώνει ο πληθυσμός ηλικίας άνω του ενός έτους.
Στους νέους έως 18 ετών, το ποσοστό φτάνει στο 61,9%, ενώ στους ενήλικες διαμορφώνεται στο 53%. Τα στοιχεία του CDC
Πρόκειται, επομένως, για το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής διατροφής εκατομμυρίων ανθρώπων και όχι για μια περιορισμένη κατηγορία προϊόντων.
Τεράστια οικονομικά συμφέροντα
Τα ποσά που διακυβεύονται είναι αστρονομικά.
Σύμφωνα με ανάλυση της BNP Paribas, περισσότερο από το 92% των λιανικών πωλήσεων της Hershey στις ΗΠΑ συνδέεται με προϊόντα που κατατάσσονται στα υπερεπεξεργασμένα.
Για τις Kraft Heinz, Mondelez, Conagra, General Mills και Campbell’s, το αντίστοιχο ποσοστό φέρεται να ξεπερνά το 77%.
Είναι, λοιπόν, εύκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί οι εταιρικές διοικήσεις κινητοποιήθηκαν. Ένας ορισμός που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών μπορεί να επηρεάσει ένα τεράστιο μέρος του τζίρου τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον ξεκάθαρο: Θα καθοριστεί η διατροφική πολιτική των ΗΠΑ με βάση τα δεδομένα για τη δημόσια υγεία ή με βάση τον φόβο των πολυεθνικών ότι οι πολίτες θα μάθουν τι πραγματικά υπάρχει μέσα στη συσκευασία;

