Με μια αιχμηρή ανάρτηση, ο Μιχάλης Αργυροκαστρίτης περιγράφει ένα κράτος που αντικατέστησε την πρόληψη με πινακίδες και μηνύματα στο κινητό – Και μια κοινωνία που αναζητά κάθε φορά μια νέα «μάγισσα», αντί να απαιτεί λογοδοσία

Στην Ελλάδα έχουμε ανακαλύψει έναν εξαιρετικά βολικό τρόπο αντιμετώπισης των κινδύνων: δεν τους αντιμετωπίζουμε. Τους επισημαίνουμε.
Βάζουμε μια πινακίδα για τις κατολισθήσεις, χαμηλώνουμε το όριο ταχύτητας, στέλνουμε ένα μήνυμα από το 112 και, αν όλα πάνε στραβά, υπενθυμίζουμε στον πολίτη ότι είχε ενημερωθεί.
Με άλλα λόγια: «Η διέλευση γίνεται με δική σας ευθύνη».
Αυτή τη σύγχρονη ελληνική κανονικότητα περιγράφει, με σκληρή γλώσσα και έντονο συμβολισμό, ο Μιχάλης Αργυροκαστρίτης σε δημόσια ανάρτησή του.
Το κείμενό του δεν αφορά μόνο έναν επικίνδυνο δρόμο, ένα γεφύρι ή ένα ποτάμι. Περιγράφει μια ολόκληρη φιλοσοφία διακυβέρνησης: οι αρμόδιοι προειδοποιούν, ο πολίτης ρισκάρει και, όταν συμβεί το κακό, αρχίζει το κυνήγι του εύκολου ενόχου.
Η πινακίδα δεν είναι έργο προστασίας
Ένας δρόμος με συχνές καταπτώσεις δεν γίνεται ασφαλής επειδή τοποθετήθηκε μια σχετική πινακίδα.
Ένα γεφύρι που παρουσιάζει προβλήματα δεν επισκευάζεται επειδή οι διερχόμενοι ενημερώνονται ότι περνούν με δική τους ευθύνη.
Ένα ποτάμι δεν παύει να αποτελεί απειλή επειδή οι πολίτες έλαβαν μήνυμα για επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα.
Και τα νεκρά ή άρρωστα δέντρα δίπλα στο οδικό δίκτυο δεν γίνονται ακίνδυνα επειδή όλοι γνωρίζουν ότι κάποια στιγμή μπορεί να καταρρεύσουν.
Η προειδοποίηση είναι αναγκαία. Δεν αποτελεί, όμως, υποκατάστατο της συντήρησης, του καθαρισμού, της αντιπλημμυρικής προστασίας, της δασικής διαχείρισης και της ασφαλούς κατασκευής.
Το 112 μπορεί να σώσει ζωές. Δεν καθαρίζει ρέματα, δεν συγκρατεί πρανή, δεν θεραπεύει άρρωστα πλατάνια και δεν αποκαθιστά ένα εγκαταλειμμένο οδικό δίκτυο.
Η ενημέρωση του πολίτη είναι εργαλείο πολιτικής προστασίας. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται ως η μόνιμη απάντηση σε γνωστούς και επαναλαμβανόμενους κινδύνους, κινδυνεύει να μετατραπεί σε διοικητικό άλλοθι.
Τα πλατάνια πεθαίνουν και η ιστορία στέκεται ξερή
Ιδιαίτερη δύναμη έχει η εικόνα των νεκρών πλατανιών που παραμένουν όρθια δίπλα στον δρόμο.
Κορμοί που κάποτε συγκροτούσαν ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς και λειτουργούσαν ως φυσική προστασία για το έδαφος και τα νερά, τώρα στέκονται ξεροί και επικίνδυνοι. Η ασθένεια των πλατάνων δεν είναι άγνωστη. Ούτε εμφανίστηκε ξαφνικά.
Το ερώτημα είναι τι έγινε εγκαίρως για τον περιορισμό της, ποια δέντρα ελέγχθηκαν, ποια πρέπει να απομακρυνθούν και τι σχεδιάζεται για την αποκατάσταση της βλάστησης.
Γιατί όταν χάνεται ένα παραποτάμιο δάσος, δεν χάνεται μόνο η αισθητική του τοπίου. Αποδυναμώνεται ένα φυσικό ανάχωμα απέναντι στη διάβρωση, στην ορμή του νερού και στην καταστροφή.
Και όταν έρθουν οι βροχές, δεν θα φταίει κάποιο «ακραίο φαινόμενο» επειδή έκανε αυτό που κάνουν οι βροχές. Θα πρέπει να εξεταστεί τι γνώριζαν οι αρμόδιοι και τι έκαναν πριν από αυτές.
Υπάρχει, όμως, και η ευθύνη του οδηγού
Η κριτική στην πολιτεία δεν αθωώνει τον πολίτη.
Ο οδηγός που κινείται με υπερβολική ταχύτητα, πιέζει το προπορευόμενο όχημα, κορνάρει, αναβοσβήνει τα φώτα και περνά τη διπλή διαχωριστική γραμμή δεν είναι θύμα του συστήματος. Κάνει μια συνειδητή, επικίνδυνη επιλογή.
Η κακή κατάσταση ενός δρόμου δεν αποτελεί άδεια για απερίσκεπτη οδήγηση. Όπως και η ατομική παραβατικότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να εξαφανίζονται οι ευθύνες όσων έχουν την αρμοδιότητα συντήρησης και ελέγχου.
Η οδική ασφάλεια απαιτεί και ασφαλείς υποδομές και υπεύθυνους οδηγούς. Όποιος αφαιρεί τη μία πλευρά από την εξίσωση απλώς μεταφέρει την ευθύνη εκεί όπου τον εξυπηρετεί.
Το κυνήγι της επόμενης «μάγισσας»
Ο κεντρικός συμβολισμός της ανάρτησης είναι το κυνήγι μαγισσών.
Μια κοινωνία πιεσμένη, θυμωμένη και φοβισμένη αναζητά ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο θα φορτώσει όσα δεν μπορεί ή δεν θέλει να εξηγήσει. Έναν οδηγό, έναν κάτοικο, έναν εργαζόμενο, έναν υπάλληλο, έναν «κακό» της ημέρας.
Η οργή εκτονώνεται, το πλήθος αισθάνεται προσωρινά δικαιωμένο και η πραγματική συζήτηση τελειώνει πριν αρχίσει.
Ποιος είχε την αρμοδιότητα; Πότε ενημερώθηκε; Ποια έργα έγιναν; Ποια δεν έγιναν; Υπήρξαν έλεγχοι; Υπήρξε χρηματοδότηση; Υπήρχε σχέδιο ή όλοι περίμεναν την επόμενη καταστροφή;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που ενοχλούν πραγματικά την εξουσία. Γιατί δεν οδηγούν σε μία ακόμη τελετουργική εκτόνωση, αλλά σε συγκεκριμένες ευθύνες.
Οι «μάγισσες» θα αλλάζουν. Οι πινακίδες θα παραμένουν. Τα προειδοποιητικά μηνύματα θα συνεχίσουν να φτάνουν στα κινητά μας.
Το κρίσιμο είναι αν θα συνεχίσουμε να δεχόμαστε ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής εξαντλείται σε μια ειδοποίηση και σε μια μόνιμη υποσημείωση:
Περάστε, ταξιδέψτε, ζήστε — αλλά πάντοτε με δική σας ευθύνη.

