Οι δεσμοί τραπεζών και servicers είναι υπαρκτοί, οι κρατικές εγγυήσεις έφτασαν τα 18,7 δισ. ευρώ και ο δανειολήπτης παραμένει χωρίς ισότιμη διαπραγματευτική δύναμη – Οι καταγγελίες, όμως, για «εγκληματικό σύμπλεγμα» απαιτούν ονόματα και αποδείξεις
Δεν χρειάζεται να επινοηθεί κάποια μυστική οργάνωση για να αποκαλυφθεί το μέγεθος του προβλήματος.
Η αρχιτεκτονική του συστήματος των κόκκινων δανείων βρίσκεται γραμμένη στους νόμους, στις συμφωνίες των τραπεζών, στις τιτλοποιήσεις, στις κρατικές εγγυήσεις και στις δικαστικές αποφάσεις.
Ο φορολογούμενος χρηματοδότησε τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Οι τράπεζες απομάκρυναν δεκάδες δισεκατομμύρια προβληματικών δανείων από τους ισολογισμούς τους.
Οι απαιτήσεις μεταφέρθηκαν σε εταιρείες ειδικού σκοπού του εξωτερικού, ενώ η διαχείρισή τους ανατέθηκε σε ελληνικούς servicers, οι οποίοι απέκτησαν τη δυνατότητα ρυθμίσεων, καταγγελιών, κατασχέσεων και πλειστηριασμών.
Ο δανειολήπτης, αντίθετα, δεν απέκτησε αντίστοιχη δύναμη.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.
Στα 79,6 δισ. ευρώ οι απαιτήσεις υπό διαχείριση
Το ποσό των 78 δισ. ευρώ που αναφέρεται στο δημοσίευμα βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα, αλλά τα τελευταία επίσημα στοιχεία είναι ακόμη υψηλότερα.
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, η ονομαστική αξία των δανείων που διαχειρίζονταν οι εγχώριες εταιρείες διαχείρισης και είχαν μεταβιβαστεί σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού ανερχόταν σε 79,595 δισ. ευρώ.
Από αυτά:
- 41,702 δισ. ευρώ αφορούσαν ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα.
- 25,133 δισ. ευρώ ήταν στεγαστικά δάνεια.
- 16,242 δισ. ευρώ ήταν καταναλωτικά.
- 27,8 δισ. ευρώ αφορούσαν επιχειρήσεις.
- 10,093 δισ. ευρώ αφορούσαν ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.
Τα ποσά αποτελούν ονομαστικές αξίες. Δεν περιλαμβάνουν εξωλογιστικούς τόκους και διαγραφές που είχαν πραγματοποιήσει οι τράπεζες πριν από τη μεταβίβαση. Επίσης, δεν σημαίνει ότι κάθε ευρώ των 79,6 δισ. αντιστοιχεί σήμερα σε μη εξυπηρετούμενο δάνειο.
Πίσω από τους αριθμούς, πάντως, βρίσκονται κατοικίες, μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματικοί χώροι, χωράφια και περιουσίες ολόκληρων οικογενειών.
Τράπεζες και servicers: Δεν είναι το ίδιο, αλλά δεν είναι και ξένοι
Οι τράπεζες, οι εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και οι servicers δεν αποτελούν το ίδιο νομικό πρόσωπο.
Η διάκριση είναι ουσιώδης.
Οι εταιρείες ειδικού σκοπού αποκτούν τις απαιτήσεις. Οι servicers τις διαχειρίζονται. Οι τράπεζες μπορεί να διατηρούν ομόλογα, μειοψηφικές συμμετοχές, συμβάσεις συνεργασίας ή άλλου τύπου οικονομική έκθεση.
Οι δεσμοί, όμως, δεν αποτελούν αποκύημα κάποιας θεωρίας συνωμοσίας.
Καταγράφονται στις ίδιες τις εταιρικές ανακοινώσεις.
Η πλατφόρμα διαχείρισης της Τράπεζας Πειραιώς μεταφέρθηκε στην Intrum Hellas, με την Intrum να αποκτά το 80% και την τράπεζα να διατηρεί αρχικά συμμετοχή 20%, μαζί με πολυετή σύμβαση διαχείρισης. Τράπεζα Πειραιώς
Η Alpha Bank πούλησε το 80% της Cepal Holdings, διατηρώντας το υπόλοιπο 20% κατά τη συναλλαγή του Project Galaxy. Alpha Bank
Η Eurobank πούλησε το 80% της FPS, η οποία μετονομάστηκε σε doValue Greece, διατηρώντας συμμετοχή 20%. Eurobank
Οι συμμετοχές αυτές δεν αποδεικνύουν ότι οι τράπεζες ελέγχουν τους servicers.
Αποδεικνύουν, όμως, ότι οι δύο πλευρές δεν εμφανίστηκαν σε διαφορετικούς πλανήτες. Οι μεγάλες εταιρείες διαχείρισης δημιουργήθηκαν μέσα από τραπεζικές μονάδες, στελεχώθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τραπεζικούς υπαλλήλους και συνδέθηκαν με μακροχρόνιες συμβάσεις διαχείρισης.
Πρόκειται για θεσμική και οικονομική συνέχεια.
Όχι αυτομάτως για παράνομη συνεννόηση.
Τα 18,7 δισ. του «Ηρακλή» δεν ήταν απλή λογιστική υποσημείωση
Μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», το Ελληνικό Δημόσιο χορήγησε εγγυήσεις συνολικού ύψους 18,7 δισ. ευρώ στις ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των τιτλοποιήσεων.
Οι εγγυήσεις αυτές δεν ισοδυναμούν με 18,7 δισ. ευρώ που έχουν ήδη πληρωθεί από τον προϋπολογισμό. Αποτελούν ενδεχόμενη δημόσια υποχρέωση και παρέχονται έναντι προμήθειας.
Δεν παύουν, ωστόσο, να μεταφέρουν κίνδυνο στο Δημόσιο.
Οι τραπεζικές ανακεφαλαιοποιήσεις, η κάλυψη χρηματοδοτικών κενών τραπεζών που εξυγιάνθηκαν και οι εγγυήσεις του «Ηρακλή» είναι διαφορετικές κατηγορίες κρατικής παρέμβασης. Δεν μπορούν να αθροίζονται αυθαίρετα σαν να αποτελούν όλες οριστική δημοσιονομική ζημία.
Το πολιτικό συμπέρασμα, όμως, παραμένει.
Το κράτος χρησιμοποίησε τεράστιους δημόσιους πόρους και εγγυήσεις για να προστατεύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επομένως, είχε και εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να εξασφαλίζει αντίστοιχη προστασία, διαφάνεια και διαπραγματευτική δύναμη για τους πολίτες.
Τα «670 εκατ. κέρδη» χρειάζονται πλήρη τεκμηρίωση
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι doValue, Cepal και Intrum έχουν αποκομίσει σωρευτικά κέρδη άνω των 670 εκατ. ευρώ.
Δεν διευκρινίζει, όμως, το ακριβές χρονικό διάστημα, εάν αναφέρεται σε καθαρά κέρδη, κέρδη προ φόρων ή λειτουργική κερδοφορία, ούτε παραθέτει αναλυτικό πίνακα ανά εταιρεία και οικονομική χρήση.
Το ποσό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο χωρίς διασταύρωση των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων.
Το ίδιο ισχύει για τους ισχυρισμούς περί κερδών 120 έως 140 εκατ. ευρώ των τραπεζών ή συνολικού ποσού 4,7 δισ. ευρώ από ακίνητα και άλλες δραστηριότητες.
Σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, οι αριθμοί πρέπει να συνοδεύονται από χρήση, λογιστικό μέγεθος, εταιρικό περίμετρο και πρωτογενή έγγραφα.
Διαφορετικά, μετατρέπονται από τεκμήρια σε συνθήματα.
Η μεγάλη ασυμμετρία της τιμής πώλησης
Η πιο ουσιαστική καταγγελία αφορά την αδυναμία του δανειολήπτη να εξαγοράσει την οφειλή του στην τιμή στην οποία την απέκτησε το fund.
Χρειάζεται, όμως, μία κρίσιμη διευκρίνιση.
Όταν ένα χαρτοφυλάκιο πωλείται στο 10% ή στο 20% της ονομαστικής αξίας του, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συγκεκριμένο δάνειο αγοράστηκε στο ίδιο ποσοστό. Η τιμή του πακέτου υπολογίζεται με βάση τις εξασφαλίσεις, την πιθανότητα είσπραξης, τη διάρκεια, τα δικαστικά έξοδα και τον κίνδυνο.
Επομένως, ένα καταναλωτικό δάνειο 10.000 ευρώ δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρηθεί ότι αγοράστηκε ακριβώς για 1.000 ευρώ.
Η απαίτηση, επίσης, δεν μειώνεται νομικά επειδή μεταβιβάστηκε με έκπτωση. Ο χαρακτηρισμός αυτής της πρακτικής ως «απάτης» χωρίς πρόσθετα στοιχεία είναι νομικά αβάσιμος.
Η πολιτική ανισότητα, όμως, είναι υπαρκτή.
Ο οφειλέτης δεν διαθέτει γενικό δικαίωμα να εξοφλήσει την απαίτησή του στην τιμή μεταβίβασης ή σε ποσό βασισμένο στην αναμενόμενη καθαρή ανάκτηση του fund.
Μπορεί να ζητήσει ρύθμιση μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, του Κώδικα Δεοντολογίας ή διμερούς διαπραγμάτευσης. Οι servicers υποχρεούνται πλέον να παρέχουν αναλυτική ενημέρωση μέσω ψηφιακών πλατφορμών.
Δεν υποχρεούνται, όμως, να του παραχωρήσουν την ίδια οικονομική ευκαιρία που δόθηκε στον επενδυτή.
Εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αδικίες του συστήματος.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου και τα όρια της κριτικής
Με την απόφαση 1/2023, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναγνώρισε στις εταιρείες διαχείρισης τη δυνατότητα να προχωρούν σε δικαστικές ενέργειες και αναγκαστική εκτέλεση για τιτλοποιημένες απαιτήσεις.
Η απόφαση είχε τεράστια κοινωνική συνέπεια και είναι απολύτως θεμιτό να ασκείται αυστηρή κριτική στο αποτέλεσμά της.
Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απόδειξη ότι «οι κορυφές της Δικαιοσύνης» συμμετείχαν σε παράνομο σύμπλεγμα.
Άλλο η κριτική στη νομολογία.
Άλλο η κατηγορία για διαφθορά.
Η δεύτερη απαιτεί συγκεκριμένες πράξεις, συμφέροντα, συναλλαγές και αποδεικτικά στοιχεία.
Υπήρξαν παραβάσεις – Δεν αποδεικνύεται γενικευμένο καρτέλ
Η αγορά των servicers δεν λειτουργεί χωρίς παραβάσεις.
Το Υπουργείο Ανάπτυξης επέβαλε τον Μάιο του 2024 πρόστιμα συνολικού ύψους 305.000 ευρώ σε τρεις εταιρείες διαχείρισης, έπειτα από καταγγελίες για παραβιάσεις της καταναλωτικής νομοθεσίας.
Πρόκειται για καταγεγραμμένα περιστατικά παράνομων ή αθέμιτων πρακτικών.
Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι όλα τα funds, όλοι οι servicers και όλα τα συνεργαζόμενα δικηγορικά γραφεία αποτελούν ενιαία εγκληματική οργάνωση.
Εάν υπάρχουν τρία ή τέσσερα συγκεκριμένα δικηγορικά γραφεία που συνδέονται ιδιοκτησιακά με εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων ή έχουν διαπράξει παράνομες πράξεις, πρέπει να δημοσιοποιηθούν τα εταιρικά έγγραφα, οι συμβάσεις, οι αποφάσεις και οι συναλλαγές.
Οι ανώνυμοι χαρακτηρισμοί περί «βρώμικων γραφείων» δεν αποτελούν έρευνα.
Η πολιτική ευθύνη διαπερνά σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα
Το σημερινό σύστημα δεν δημιουργήθηκε από μία κυβέρνηση.
Ο νόμος 3156/2003 διαμόρφωσε το πλαίσιο των τιτλοποιήσεων.
Ο νόμος 4354/2015 εγκαθίδρυσε την αγορά διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο «Ηρακλής» θεσπίστηκε το 2019.
Ο Πτωχευτικός Κώδικας του 2020 επέκτεινε το πλαίσιο ρευστοποίησης περιουσίας.
Ο νόμος 5072/2023 ενσωμάτωσε το ευρωπαϊκό πλαίσιο για αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων, προσθέτοντας νέες υποχρεώσεις ενημέρωσης.
Διαδοχικές κυβερνήσεις οικοδόμησαν και διεύρυναν το ίδιο μοντέλο.
Αυτό θεμελιώνει βαριά διαχρονική πολιτική ευθύνη.
Δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι πρωθυπουργοί, υπουργοί ή δικαστές συμμετείχαν σε εγκληματική συμφωνία.
Η διαφάνεια που ακόμη λείπει
Το κράτος οφείλει πλέον να επιβάλει:
- Δημόσιο μητρώο των πραγματικών δικαιούχων κάθε εταιρείας που αποκτά ελληνικές δανειακές απαιτήσεις.
- Αναλυτική δημοσιοποίηση των επιδόσεων κάθε τιτλοποίησης του «Ηρακλή», των εγγυήσεων, των εισπράξεων και των πιθανών αποκλίσεων από τους στόχους.
- Υποχρεωτική, αιτιολογημένη πρόταση ρύθμισης πριν από κάθε πλειστηριασμό.
- Δικαίωμα του οφειλέτη να υποβάλει πρόταση εξαγοράς με βάση ανεξάρτητη αποτίμηση της αναμενόμενης ανάκτησης.
- Πλήρη ανάλυση κεφαλαίου, τόκων, εξόδων και νομικών χρεώσεων για κάθε δάνειο.
- Αυστηρότερες κυρώσεις και αυτόματη αποζημίωση του πολίτη όταν παραβιάζεται η νομοθεσία.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι οι δανειολήπτες οφείλουν να πληρώνουν όσα πράγματι χρωστούν.
Είναι ότι η πολιτεία κοινωνικοποίησε τον τραπεζικό κίνδυνο, εγγυήθηκε τις τιτλοποιήσεις και ιδιωτικοποίησε τη δύναμη της είσπραξης, χωρίς να παραχωρήσει στον πολίτη αντίστοιχο δικαίωμα διαπραγμάτευσης.
Αυτή είναι μία κατηγορία που στηρίζεται σε νόμους, αριθμούς και δημόσια έγγραφα.
Οι βαρύτερες κατηγορίες για πρωθυπουργούς, δικαστές και δικηγορικά γραφεία χρειάζονται κάτι περισσότερο από οργή.
Χρειάζονται αποδείξεις.

