Από τους Θεσσαλονικείς Κύριλλο και Μεθόδιο μέχρι τον εκχριστιανισμό των Ρως και τη βυζαντινή κληρονομιά – Μια σχέση βαθύτερη από τις κυβερνήσεις, τις συμμαχίες και τις συγκρούσεις της κάθε εποχής
Η Ελλάδα δεν έδωσε στη Ρωσία μόνο γράμματα.
Της μετέδωσε μια ολόκληρη πνευματική παράδοση.
Από τον ελληνικό κόσμο και το Βυζάντιο έφτασαν στους ανατολικούς Σλάβους η Ορθόδοξη πίστη, η λειτουργική ζωή, η θεολογία, η αγιογραφία, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και ένας διαφορετικός τρόπος κατανόησης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, την κοινότητα και την Ιστορία.
Γι’ αυτό η σύνδεση πολλών Ρώσων με την Ελλάδα δεν εξαντλείται σε μια πολιτική συμπάθεια ούτε γεννήθηκε από κάποια σύγχρονη διπλωματική συμμαχία.
Οι ρίζες της βρίσκονται περισσότερο από χίλια χρόνια πίσω.
Και είναι βαθύτερες από τις κυβερνήσεις, τις διεθνείς κρίσεις και τις επιλογές των ηγεσιών.

Οι δύο Θεσσαλονικείς που άνοιξαν τον δρόμο
Στην αρχή αυτής της μεγάλης ιστορικής διαδρομής βρίσκονται δύο αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη: ο Κωνσταντίνος, ο οποίος αργότερα έλαβε το μοναχικό όνομα Κύριλλος, και ο Μεθόδιος.
Ήταν μορφωμένοι Βυζαντινοί, γνώριζαν τον σλαβικό κόσμο και ανέλαβαν τον 9ο αιώνα να μεταφέρουν το χριστιανικό μήνυμα στους Σλάβους σε γλώσσα που μπορούσαν να κατανοήσουν.
Η ιστορική ακρίβεια απαιτεί μια διευκρίνιση: οι δύο αδελφοί δημιούργησαν το γλαγολιτικό αλφάβητο, ώστε να αποδοθούν στη σλαβική γλώσσα τα Ευαγγέλια και τα λειτουργικά κείμενα. Το κυριλλικό αλφάβητο διαμορφώθηκε αργότερα, κυρίως από τους μαθητές τους στον βουλγαρικό χώρο, με ισχυρή βάση την ελληνική γραφή.
Από τη Βουλγαρία πέρασε στη συνέχεια στους ανατολικούς Σλάβους και στους Ρως. Η UNESCO σημειώνει ότι οι Ρως παρέλαβαν το κυριλλικό αλφάβητο μέσω της Βουλγαρίας, ενώ η αποστολή των Κυρίλλου και Μεθοδίου παραμένει η πνευματική αφετηρία της σλαβικής γραμματείας. Αγία Έδρα – UNESCO
Επομένως, η φράση ότι «οι Έλληνες έδωσαν στους Ρώσους το αλφάβητο» αποτυπώνει ένα μέρος της αλήθειας, όχι ολόκληρη την ιστορική διαδρομή.
Η ελληνική συμβολή υπήρξε θεμελιώδης.
Δεν ήταν, όμως, μοναχική. Μεσολάβησαν οι μαθητές των δύο Θεσσαλονικέων και τα μεγάλα πνευματικά κέντρα του μεσαιωνικού βουλγαρικού κόσμου.
Το 988 και η μεγάλη στροφή των Ρως
Το καθοριστικό γεγονός ήρθε το 988.
Ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος υιοθέτησε τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό και τον καθιέρωσε ως θρησκεία των Ρως του Κιέβου.
Δεν επρόκειτο απλώς για μια προσωπική μεταστροφή ενός μονάρχη.
Ήταν μια απόφαση που άλλαξε την ιστορική κατεύθυνση ενός ολόκληρου κόσμου, συνδέοντάς τον πνευματικά, πολιτισμικά και πολιτικά με την Κωνσταντινούπολη.
Από το Βυζάντιο έφτασαν κληρικοί, τεχνίτες, αρχιτέκτονες, αγιογράφοι, χειρόγραφα και λειτουργικά βιβλία. Οι πρώτοι μεγάλοι ναοί των Ρως οικοδομήθηκαν με πρότυπα που προέρχονταν από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, ενώ η τέχνη και η εκκλησιαστική τους οργάνωση δέχθηκαν βαθιά επίδραση από την Κωνσταντινούπολη. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης
Η Ορθοδοξία δεν έγινε απλώς η επίσημη πίστη.
Έγινε γλώσσα, εικόνα, μουσική, τελετουργία και συλλογική μνήμη.
Πέρασε στα μοναστήρια, στους ναούς, στην τέχνη, στη λογοτεχνία και στην καθημερινότητα. Διαμόρφωσε την αντίληψη των Ρώσων για την εξουσία, την κοινότητα, την αμαρτία, τη θυσία και τη σωτηρία.
Η Ρωσία ως κληρονόμος του Βυζαντίου
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η Μόσχα άρχισε σταδιακά να παρουσιάζει τον εαυτό της ως το νέο κέντρο της Ορθοδοξίας.
Γεννήθηκε έτσι η θεωρία της «Τρίτης Ρώμης».
Η πρώτη Ρώμη είχε, κατά τη ρωσική εκκλησιαστική αφήγηση, απομακρυνθεί από την ορθή πίστη. Η δεύτερη Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, είχε πέσει. Η Μόσχα διεκδικούσε πλέον τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης του Ορθόδοξου κόσμου.
Η ιδέα αυτή δεν ήταν μια απλή ή αδιαμφισβήτητη ιστορική συνέχεια. Εξελίχθηκε σε πολιτικό και θρησκευτικό αφήγημα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά περιόδους για να προσφέρει νομιμοποίηση στη ρωσική αυτοκρατορική εξουσία. Σύγχρονες ιστορικές μελέτες επισημαίνουν ακριβώς αυτή τη διπλή όψη: η βυζαντινή κληρονομιά υπήρξε πραγματική, αλλά η επίκλησή της εξυπηρέτησε και μεταγενέστερες κρατικές φιλοδοξίες. Cambridge University Press
Η Ρωσία δεν αντέγραψε απλώς το Βυζάντιο.
Προσάρμοσε τη βυζαντινή κληρονομιά στις δικές της συνθήκες, τη μετέτρεψε σε ρωσική παράδοση και, σε ορισμένες περιόδους, τη χρησιμοποίησε ως θεμέλιο μιας ολόκληρης αυτοκρατορικής ιδεολογίας.
Μια συγγένεια που δεν είναι πολιτική επιταγή
Αυτή η πνευματική συγγένεια δεν σημαίνει ότι Ελλάδα και Ρωσία υπήρξαν πάντοτε σύμμαχοι.
Τα συμφέροντα των κρατών δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με τα αισθήματα των λαών.
Οι σχέσεις των δύο χωρών γνώρισαν περιόδους συνεργασίας, καχυποψίας, απογοήτευσης και ανοιχτής έντασης. Ακόμη και η κοινή Ορθόδοξη πίστη δεν απέτρεψε τις εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τον ανταγωνισμό για επιρροή στον Ορθόδοξο κόσμο.
Η ιστορία, επομένως, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως λευκή επιταγή προς καμία κυβέρνηση.
Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να συμφωνεί με κάθε επιλογή της Μόσχας επειδή συνέβαλε στη διαμόρφωση της ρωσικής πνευματικής ταυτότητας. Ούτε η Ρωσία μπορεί να εμφανίζεται ως αποκλειστική ιδιοκτήτρια ή προστάτιδα της Ορθοδοξίας.
Η πίστη δεν ανήκει σε αυτοκρατορίες.
Και η ιστορική συγγένεια δεν καταργεί την πολιτική ανεξαρτησία.
Κάτι βαθύτερο από μια διπλωματική σχέση
Παρά τις συγκρούσεις, όμως, η κοινή πνευματική μνήμη επιβιώνει.
Επιβιώνει στις εικόνες των ρωσικών ναών, στη βυζαντινή παράδοση της λατρείας, στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, στη σχέση με το Άγιον Όρος και στην αίσθηση ότι η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε κάποτε το μεγάλο πνευματικό κέντρο από το οποίο ξεκίνησε ένα καθοριστικό κεφάλαιο της ρωσικής ιστορίας.
Ίσως γι’ αυτό πολλοί Ρώσοι εξακολουθούν να κοιτούν την Ελλάδα όχι σαν μια οποιαδήποτε ξένη χώρα, αλλά σαν έναν τόπο που συνδέεται με τις βαθύτερες ρίζες της πίστης και του πολιτισμού τους.
Η Ελλάδα δεν έδωσε στη Ρωσία μόνο γράμματα.
Της μετέδωσε μια ολόκληρη πνευματική κληρονομιά.
Και οι πολιτικές σχέσεις μπορεί να αλλάζουν από τη μια εποχή στην άλλη, όμως όσα ριζώνουν στην πίστη, στη γλώσσα και στη συλλογική μνήμη δεν διαγράφονται με μία κυβερνητική απόφαση.

