Πρωτόδικη αποζημίωση 20.000 ευρώ σε γιατρό που παραιτήθηκε έπειτα από χρόνια υποστελέχωσης, εξαντλητικών εφημεριών και 180 ημέρες άδειας που δεν μπόρεσε να λάβει
Το ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει την εξουθένωση των υγειονομικών ως προσωπική τους αδυναμία. Μια πρόσφατη πρωτόδικη δικαστική απόφαση έρχεται να αναγνωρίσει ότι οι συνθήκες εργασίας μέσα σε ένα υποστελεχωμένο νοσοκομείο μπορούν να διαλύσουν τη σωματική και την ψυχική υγεία ενός γιατρού.
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων επιδίκασε αποζημίωση 20.000 ευρώ σε παραιτηθείσα γιατρό του Νοσοκομείου Ρεθύμνου για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της εργασιακής εξουθένωσης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου 2026, είναι πρωτόδικη και το νοσοκομείο διατηρεί δικαίωμα έφεσης.
Ωστόσο, το μήνυμα που στέλνει είναι ήδη ηχηρό: το burn out δεν αποτελεί άλλοθι, υπερβολή ή «γκρίνια» εργαζομένων. Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων διοικητικών ελλείψεων, εξαντλητικών προγραμμάτων και συστηματικής παραβίασης εργασιακών δικαιωμάτων.
Είκοσι χρόνια υπηρεσίας και μια παραίτηση
Η Ελένη Ιωαννίδου είχε εργαστεί επί δύο δεκαετίες στην Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου. Τα τελευταία πέντε χρόνια πριν από την αποχώρησή της είχε αναλάβει καθήκοντα διευθύντριας.
Τον Ιανουάριο του 2023 παραιτήθηκε.
Η απόφασή της δεν ήρθε ξαφνικά. Είχαν προηγηθεί επανειλημμένες επιστολές και παρεμβάσεις προς τη διοίκηση και τους αρμόδιους φορείς για την υποστελέχωση, τις συνεχείς εφημερίες και την αδυναμία του προσωπικού να λαμβάνει τις άδειες που δικαιούνταν.
Από τις έξι οργανικές θέσεις επιμελητών της κλινικής καλύπτονταν, ανάλογα με την περίοδο, μόλις δύο έως τέσσερις. Τους τελευταίους μήνες πριν από την παραίτησή της είχαν απομείνει τρεις ειδικευμένοι γιατροί, μαζί με την ίδια.
Παρότι στον βαθμό της αντιστοιχούσαν πέντε 24ωρες εφημερίες τον μήνα, από το 2019 εκτελούσε συνήθως επτά και ορισμένες φορές οκτώ. Τον Δεκέμβριο του 2022 έφθασε να πραγματοποιήσει εννέα εφημερίες.
Παράλληλα, είχαν συσσωρευτεί 180 ημέρες άδειας τις οποίες δεν είχε μπορέσει να λάβει λόγω των υπηρεσιακών αναγκών.
Η γιατρός προσέφυγε στη Δικαιοσύνη τόσο για τις άδειες όσο και για την ηθική βλάβη που, όπως υποστήριξε, υπέστη. Οι δύο υποθέσεις εξετάστηκαν χωριστά. Αρχικά δικαιώθηκε για τις οφειλόμενες άδειες και στη συνέχεια για την εργασιακή εξουθένωση.
Για την κρίση του, το δικαστήριο συνεκτίμησε ψυχιατρική βεβαίωση και την αλληλογραφία μέσω της οποίας η γιατρός είχε προειδοποιήσει για τα προβλήματα λειτουργίας της κλινικής.
Η πανδημία έβγαλε στην επιφάνεια μια παλιά πληγή
Το burn out των υγειονομικών δεν γεννήθηκε κατά την πανδημία. Προϋπήρχε και συνδεόταν άμεσα με τις ελλείψεις προσωπικού, τα ασταθή ωράρια, τις συνεχόμενες βάρδιες και την πίεση για κάλυψη κενών.
Η COVID-19 απλώς γκρέμισε όσα αποθέματα αντοχής είχαν απομείνει.
Γιατροί και νοσηλευτές κλήθηκαν να λειτουργούν επί μήνες σε καθεστώς διαρκούς συναγερμού. Ρεπό ακυρώνονταν, άδειες μεταφέρονταν επ’ αόριστον και εργαζόμενοι αναλάμβαναν αρμοδιότητες πολύ πέρα από το αντικείμενό τους, επειδή «έπρεπε να βγει η βάρδια».
Το 2023 παραιτήθηκε από το ίδιο νοσοκομείο και η ορθοπεδικός Αναστασία Γαρμπή. Όπως έχει περιγράψει, αισθανόταν ότι η κόπωση είχε αρχίσει να επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις επαγγελματικές αντοχές της. Έφυγε φοβούμενη ότι, εάν παρέμενε κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να προκληθεί κάποιο σοβαρό λάθος.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που συχνά αποκρύπτεται: η εξουθένωση των υγειονομικών δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Αγγίζει άμεσα και την ασφάλεια των ασθενών.
Νοσηλευτές σε ξένους ρόλους
Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στο νοσηλευτικό προσωπικό. Νοσηλευτές με διαδοχικές πρωινές, απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες καλούνται να εργάζονται χωρίς σταθερό πρόγραμμα και επαρκή χρόνο αποκατάστασης.
Την ίδια στιγμή, λόγω έλλειψης διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού, αναγκάζονται να λειτουργούν ως γραμματείς, τηλεφωνητές και μεταφορείς. Πολύτιμος χρόνος αφαιρείται από τη φροντίδα του ασθενούς, ενώ η συσσωρευμένη κόπωση αυξάνει τον κίνδυνο λαθών και δυσχεραίνει την πιστή εφαρμογή των πρωτοκόλλων υγιεινής.
Η εικόνα της υποστελέχωσης αποτυπώνεται και στην επιστολή 245 εργαζομένων του Θριάσιου Νοσοκομείου προς το υπουργείο Υγείας. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν, παραμένουν κενές 134 θέσεις νοσηλευτικού και μαιευτικού προσωπικού, καθώς και 62 θέσεις τραυματιοφορέων και βοηθών θαλάμου.
Ανακαινίζονται οι πτέρυγες, αλλά αδειάζουν από ανθρώπους
Τα τελευταία χρόνια γίνονται ανακαινίσεις, τοποθετείται νέος εξοπλισμός και παρουσιάζονται έργα εκσυγχρονισμού. Όμως ένα νοσοκομείο δεν λειτουργεί με φρεσκοβαμμένους τοίχους, κορδέλες εγκαινίων και φωτογραφίες υπουργών.
Λειτουργεί με ανθρώπους.
Και όταν οι άνθρωποι αυτοί γερνούν μέσα σε εξαντλητικές βάρδιες, δεν λαμβάνουν τις άδειές τους και καλούνται καθημερινά να κάνουν την «υπέρβαση», το πρόβλημα δεν λύνεται με ακόμη μία προκήρυξη που θα αποβεί άγονη.
Η πλευρά του Νοσοκομείου Ρεθύμνου υποστήριξε ότι είχαν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες προσλήψεων χωρίς αποτέλεσμα και ότι η βασική ευθύνη για την υποστελέχωση ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο. Αυτή η θέση, όμως, δεν αναιρεί την πραγματικότητα που βίωσε το προσωπικό ούτε εξαφανίζει τις συνέπειές της.
Η πρωτόδικη απόφαση μπορεί να αποτελέσει την αρχή για νέες προσφυγές εργαζομένων που μέχρι σήμερα σιωπούσαν, φοβούμενοι το υπηρεσιακό κόστος ή το κοινωνικό στίγμα.
Τα χειροκροτήματα προς τους υγειονομικούς τελείωσαν προ πολλού. Οι υποχρεώσεις, οι εφημερίες και τα κενά παρέμειναν.
Το ερώτημα πλέον είναι συγκεκριμένο: πόσοι ακόμη γιατροί και νοσηλευτές πρέπει να εξαντληθούν, να αρρωστήσουν ή να παραιτηθούν μέχρι να καταλάβει η Πολιτεία ότι το ΕΣΥ δεν «καίει» απλώς προσωπικό — καίει την ίδια τη δημόσια υγεία;

