Η προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur άνοιξε την πόρτα σε νέες εισαγωγές από τη Νότια Αμερική. Οι πρώτες καταγγελίες για κοτόπουλα από τη Βραζιλία με σαλμονέλα δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ήδη εδώ.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι πλέον ένα διπλωματικό κείμενο σε κάποιο συρτάρι των Βρυξελλών. Από την 1η Μαΐου 2026 εφαρμόζεται προσωρινά η ενδιάμεση εμπορική συμφωνία, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο να προχωρούν, παρά τις ισχυρές αντιδράσεις και την εκκρεμότητα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και τώρα αρχίζει το πραγματικό τεστ: όχι στις αίθουσες των Βρυξελλών, αλλά στα λιμάνια, στα τελωνεία, στα ψυγεία, στα σούπερ μάρκετ και τελικά στο τραπέζι του καταναλωτή.
Σύμφωνα με την καταγγελία του προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων, Νίκου Κακαβά, οι πρώτες ενδεικτικές εισαγωγές κατεψυγμένων πουλερικών από τη Βραζιλία παρουσίασαν σαλμονέλα σε ποσοστό 80% των παρτίδων που ελέγχθηκαν, με αποτέλεσμα να επιστραφούν πίσω.
Αν ισχύει αυτό —και απαιτείται πλήρης θεσμική διερεύνηση, με δημόσια στοιχεία και όχι μισόλογα— τότε το ερώτημα είναι αμείλικτο:
Θα λειτουργεί κάθε φορά ο έλεγχος; Ή αυτή τη φορά απλώς προλάβαμε τη “σαβούρα” πριν φτάσει στο πιάτο;
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα της ΕΕ δεν αλλάζουν και ότι κάθε προϊόν, είτε παράγεται εντός Ευρώπης είτε εισάγεται, πρέπει να πληροί τους ίδιους κανόνες ασφάλειας τροφίμων.
Στα χαρτιά, λοιπόν, όλα είναι ασφαλή.
Στην πράξη, όμως, η ασφάλεια δεν την εγγυώνται οι ανακοινώσεις. Την εγγυώνται οι κτηνίατροι, οι γεωτεχνικοί, οι τελωνειακοί έλεγχοι, τα εργαστήρια, η επάρκεια προσωπικού, η πολιτική βούληση και η διαφάνεια.
Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος.
Η συμφωνία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ποσόστωση έως 180.000 τόνους πουλερικών από χώρες Mercosur προς την ΕΕ, με σταδιακή εφαρμογή σε ορίζοντα πενταετίας. Για την Επιτροπή, αυτό αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό της ευρωπαϊκής παραγωγής. Για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές, όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ποσότητα. Είναι η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα και η ισοτιμία κανόνων.
Διότι ο Ευρωπαίος και ο Έλληνας παραγωγός υποχρεώνονται να τηρούν αυστηρούς κανόνες, ακριβές προδιαγραφές, ελέγχους, κόστος συμμόρφωσης και περιβαλλοντικές δεσμεύσεις. Αν την ίδια ώρα εισάγονται φθηνότερα προϊόντα από χώρες με διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα, τότε δεν μιλάμε για ελεύθερο εμπόριο. Μιλάμε για στρεβλό ανταγωνισμό.
Και όταν μπαίνει στη μέση η σαλμονέλα, το θέμα παύει να είναι μόνο αγροτικό ή εμπορικό. Γίνεται θέμα δημόσιας υγείας.
Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες παρτίδες φέρονται να εντοπίστηκαν και να επιστράφηκαν είναι θετικό. Δείχνει ότι κάποιοι έκαναν τη δουλειά τους. Αλλά αυτό δεν αρκεί για εφησυχασμό. Αντιθέτως, είναι προειδοποίηση.
Διότι αν οι υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες, αν οι έλεγχοι γίνονται δειγματοληπτικά και όχι επαρκώς, αν η πολιτική πίεση είναι «να περνάει το εμπόριο» και όχι «να προστατεύεται ο πολίτης», τότε η επόμενη παρτίδα μπορεί να μη γυρίσει πίσω. Μπορεί να περάσει.
Η χώρα οφείλει τώρα να απαντήσει καθαρά:
Πόσες παρτίδες ελέγχθηκαν;
Ποια ήταν η χώρα προέλευσης;
Ποια εργαστήρια επιβεβαίωσαν τα ευρήματα;
Έγινε ενημέρωση του ευρωπαϊκού συστήματος ταχείας ειδοποίησης;
Υπάρχει σχέδιο ενίσχυσης των ελέγχων στα εισαγόμενα τρόφιμα;
Θα υπάρξει δημόσια ενημέρωση των καταναλωτών ή θα μάθουμε την αλήθεια από καταγγελίες συνδικαλιστικών φορέων;
Η Mercosur παρουσιάστηκε ως μεγάλη γεωοικονομική επιτυχία. Ως άνοιγμα αγορών. Ως εμπορική απάντηση της Ευρώπης στον νέο παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όμως η Ευρώπη δεν μπορεί να χτίζει εμπορικές συμφωνίες πάνω στην αγωνία των αγροτών και στην ανασφάλεια των καταναλωτών.
Γιατί το φθηνό κοτόπουλο μπορεί τελικά να βγει πολύ ακριβό.
Και το ερώτημα παραμένει: αυτή τη φορά οι ελεγκτές πρόλαβαν. Την επόμενη, θα τους αφήσουν να προλάβουν;

