Η Άγκυρα αντιμετωπίζει το παγκόσμιο μνημείο ως λάφυρο κατάκτησης – Η Ελλάδα χρειάζεται Διεθνές Δίκαιο, αποτρεπτική ισχύ και καθαρή εθνική γραμμή
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας.
Με αφορμή τη συμπλήρωση έξι ετών από την επαναλειτουργία της Αγίας Σοφίας ως τεμένους, δήλωσε ότι η κυβέρνησή του δεν την άνοιξε απλώς για μουσουλμανική λατρεία, αλλά «αξιώθηκε να την επανενώσει με τον ισλαμικό κόσμο». Παράλληλα, χαρακτήρισε τη μετατροπή της σε τζαμί «τιμή» για την Τουρκία. Η δήλωση έγινε στις 24 Ιουλίου 2026.
Δεν πρόκειται για μία ακόμη λεκτική υπερβολή του Τούρκου προέδρου. Πρόκειται για πολιτική δήλωση βαθύτατου συμβολισμού. Για μια ακόμη απόπειρα να παρουσιαστεί ένα κορυφαίο μνημείο της Ορθοδοξίας και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ως τρόπαιο της οθωμανικής κατάκτησης.
Η Αγία Σοφία δεν «επανενώθηκε» με κανέναν. Αποσπάστηκε βίαια από τον οικουμενικό χαρακτήρα που απέκτησε ως μουσείο και χρησιμοποιήθηκε από τον Ερντογάν ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης, θρησκευτικού φανατισμού και νεοοθωμανικής προπαγάνδας.
Η βαρβαρότητα, όμως, δεν αποτελεί ιδιότητα ενός ολόκληρου λαού. Βάρβαρη μπορεί να είναι μια πολιτική. Βάρβαρη μπορεί να είναι η μεταχείριση ενός μνημείου. Βάρβαρη είναι η αντίληψη ότι η κατάκτηση παράγει αιώνιο δικαίωμα και ότι η δύναμη μπορεί να ξαναγράφει την Ιστορία.
Και αυτή ακριβώς την αντίληψη υπηρετεί η σημερινή ηγεσία της Τουρκίας.

Η Αγία Σοφία ως λάφυρο
Η ρητορική Ερντογάν δεν αναγνωρίζει στην Αγία Σοφία τον χαρακτήρα ενός παγκόσμιου μνημείου. Την αντιμετωπίζει ως «λάφυρο της Άλωσης», ως σφραγίδα του κατακτητή και ως μέσο επίδειξης ισχύος.
Το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στο εσωτερικό της Τουρκίας. Απευθύνεται στην Ελλάδα, στην Ορθοδοξία, στην Ευρώπη και σε ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα: η Άγκυρα δηλώνει ότι αποφασίζει μόνη της, αδιαφορώντας για αντιδράσεις, ιστορικές ευαισθησίες και διεθνείς θεσμούς.
Αυτή είναι η ουσία του τουρκικού αναθεωρητισμού. Δεν περιορίζεται στην Αγία Σοφία. Εκδηλώνεται στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο, στις «γκρίζες ζώνες», στις απειλές πολέμου και στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη διπλωματία, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει συνεχώς ότι διαθέτει και το «γιαταγάνι». Διαπραγματεύεται όχι μόνο με επιχειρήματα, αλλά και με απειλές.
Το Διεθνές Δίκαιο χρειάζεται και δύναμη
Η Ελλάδα ορθώς επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο. Αυτό αποτελεί το ισχυρότερο νομικό και διπλωματικό της όπλο. Θα ήταν, όμως, επικίνδυνη αυταπάτη να πιστέψει κανείς ότι οι διεθνείς κανόνες εφαρμόζονται από μόνοι τους απέναντι σε μια χώρα που τους ερμηνεύει ανάλογα με τις επιδιώξεις της.
Το Δίκαιο χωρίς αποτρεπτική ικανότητα κινδυνεύει να μείνει ένα καλογραμμένο κείμενο μέσα σε έναν φάκελο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολεμοκάπηλες κραυγές. Χρειάζεται, όμως, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, αμυντική βιομηχανία, σταθερές συμμαχίες, εθνική συνεννόηση και ξεκάθαρη πολιτική βούληση. Χρειάζεται να αποδεικνύει καθημερινά ότι επιθυμεί την ειρήνη, αλλά δεν φοβάται να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Η μόνιμη επίκληση του φόβου —«τι θέλετε, πόλεμο;»— δεν αποτελεί στρατηγική. Αποτελεί πρόσκληση προς την άλλη πλευρά να αυξήσει την πίεση. Ούτε αρκεί να περιγράφουμε την Τουρκία ως «hard power» και την Ελλάδα ως «soft power», σαν να αποδεχόμαστε προκαταβολικά ότι ο ένας απειλεί και ο άλλος απλώς διαμαρτύρεται.
Η πραγματική ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με υποχωρητικότητα. Εξασφαλίζεται όταν ο επίδοξος επιτιθέμενος γνωρίζει ότι το τίμημα θα είναι βαρύτερο από οποιοδήποτε πιθανό όφελος.
Καμία αυταπάτη απέναντι στον Ερντογάν
Η δήλωση για την Αγία Σοφία αποκαλύπτει ξανά τον τρόπο με τον οποίο η ηγεσία Ερντογάν αντιλαμβάνεται την Ιστορία: όχι ως κοινή κληρονομιά, αλλά ως πεδίο επιβολής. Όχι ως γέφυρα πολιτισμών, αλλά ως μηχανισμό πολιτικής κυριαρχίας.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι το μίσος απέναντι στον τουρκικό λαό. Πρέπει να είναι η αποφασιστική αντιμετώπιση της αναθεωρητικής τουρκικής πολιτικής.
Με Διεθνές Δίκαιο, αλλά και με ισχύ.
Με ψυχραιμία, αλλά χωρίς φοβικά σύνδρομα.
Με διάθεση ειρήνης, αλλά και με ακλόνητη βούληση υπεράσπισης της πατρίδας.
Διότι όποιος μετατρέπει την υποχώρηση σε δόγμα και τον φόβο σε εξωτερική πολιτική, δεν αποτρέπει την απειλή. Την προσκαλεί.

