Με τους Γερμανούς να βρίσκονται ήδη έξω από την Αθήνα και την Ελλάδα να βαδίζει προς τις πιο σκοτεινές ημέρες της Κατοχής, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής επέλεξε στις 18 Απριλίου 1941 να δώσει τέλος στη ζωή του, αρνούμενος να συνδεθεί με την παράδοση της χώρας.
Η επίσημη γλώσσα της εποχής μίλησε για «αιφνίδιο θάνατο». Η Ιστορία, όμως, κατέγραψε κάτι πολύ βαρύτερο: την ύστατη πράξη ενός ανθρώπου που βρέθηκε στο κέντρο της εθνικής κατάρρευσης, λίγες μόλις ημέρες πριν η ναζιστική μπότα πατήσει την πρωτεύουσα.
Η τελευταία σύσκεψη στη “Μεγάλη Βρετανία”
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, 18 Απριλίου 1941. Στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», που λειτουργούσε τότε ως προσωρινή έδρα της κυβέρνησης, συγκαλείται κρίσιμη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου για να εκτιμηθεί η δραματική στρατιωτική κατάσταση.
Στη σύσκεψη παρίσταται και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Ο Κορυζής, ήδη πιεσμένος από την εξέλιξη του πολέμου και το βάρος της επερχόμενης κατάρρευσης, ξεκαθαρίζει ότι προτιμά να παραιτηθεί παρά να φέρει ο ίδιος το πολιτικό και ιστορικό στίγμα της παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς.
Η συζήτηση με τον μονάρχη υπήρξε έντονη. Κάποια στιγμή, ο πρωθυπουργός σηκώνεται, αποχωρεί από τη σύσκεψη και, σε μια σχεδόν τελετουργική στιγμή της παλιάς Ελλάδας, φιλά το χέρι του βασιλιά πριν φύγει. Ήταν η τελευταία του δημόσια πράξη.
Η άρνηση της παράδοσης και ο πυροβολισμός
Ο Αλέξανδρος Κορυζής είχε ήδη αρνηθεί, στις 6 Απριλίου 1941, την παράδοση της Ελλάδας στις δυνάμεις του Χίτλερ. Όμως η πραγματικότητα του μετώπου είχε γίνει αμείλικτη. Η Αθήνα περίμενε πλέον την εισβολή ως επικείμενο γεγονός, όχι ως ενδεχόμενο.
Μετά την αποχώρησή του από τη σύσκεψη, ο Κορυζής επιστρέφει στο σπίτι του, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, και κλείνεται στο γραφείο του. Ο βασιλιάς, αντιλαμβανόμενος την ασυνήθιστη ψυχική του κατάσταση, στέλνει εσπευσμένα τον διάδοχο Παύλο.
Είναι ήδη αργά. Πριν καν ολοκληρωθεί η αγωνιώδης αναμονή στην είσοδο του σπιτιού, ακούγεται ο πυροβολισμός. Ο Κορυζής έχει αυτοκτονήσει, σε ηλικία 56 ετών, βάζοντας τέλος στη ζωή του την ώρα που η χώρα βυθιζόταν στην απόλυτη εθνική συντριβή.
Η σιωπή των εφημερίδων και το πένθος μιας εποχής
Οι εφημερίδες των επόμενων ημερών δεν έγραψαν την αλήθεια. Δεν κατέγραψαν ούτε τον τρόπο ούτε το βαθύτερο πολιτικό βάρος του θανάτου του πρωθυπουργού. Χρησιμοποίησαν τον ασφαλή, αποστειρωμένο και σχεδόν φοβισμένο όρο: «αιφνίδιος θάνατος».
Αυτή η σιωπή δεν ήταν απλώς δημοσιογραφική επιλογή. Ήταν σύμπτωμα μιας Ελλάδας που κατέρρεε θεσμικά, στρατιωτικά και ψυχικά, λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ίδια εκείνη μαύρη περίοδος σφραγίστηκε και από άλλη μία αυτοχειρία με τεράστιο συμβολικό βάρος. Η Πηνελόπη Δέλτα, αδυνατώντας να αντέξει την εικόνα της πατρίδας παραδομένης, πήρε δηλητήριο στις 27 Απριλίου 1941, την ημέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, και πέθανε λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου.
Ο θάνατος του Αλέξανδρου Κορυζή δεν ήταν ένα ιδιωτικό δράμα πίσω από κλειστές πόρτες. Ήταν η εκκωφαντική σιωπή ενός κράτους που έσπαγε, ενός πολιτικού κόσμου που γονάτιζε και μιας πατρίδας που έβλεπε τον εαυτό της να χάνεται μέσα στον ζόφο της Κατοχής. Και ίσως γι’ αυτό η εποχή προσπάθησε να τον κρύψει πίσω από τη φράση «αιφνίδιος θάνατος»· γιατί κάποιες αλήθειες είναι τόσο βαριές, που η Ιστορία χρειάζεται χρόνο για να τις κοιτάξει κατάματα.

