Εδώ δεν έχουμε απλώς μια γραφειοκρατική αστοχία. Έχουμε μια υπόθεση που γεννά ένα απολύτως εύλογο και εκρηκτικό ερώτημα: πώς ένας κληρονόμος κρίθηκε αρκετά “νόμιμος” για να του επιδοθεί διαταγή πληρωμής και να του επιβληθεί κατάσχεση, αλλά όχι αρκετά “νόμιμος” για να εμφανιστούν οι ίδιες οφειλές στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού;
Όταν πρόκειται για πίεση, δεσμεύσεις και καταδιωκτικά μέτρα, ο μηχανισμός δείχνει να λειτουργεί με ταχύτητα. Όταν όμως τίθεται ζήτημα ένταξης των οφειλών σε διαδικασία ρύθμισης, ξαφνικά εμφανίζονται “τεχνικά ζητήματα”, “αυτόματες αναρτήσεις” και απαιτήσεις για νομιμοποίηση κληρονόμων και αναδοχή χρέους. Το λιγότερο; Μια αντίφαση που βγάζει μάτι.
Η μεγάλη αντίφαση που δεν κρύβεται
Το 2024 επιδόθηκε κατασχετήριο στον κληρονόμο του αρχικού οφειλέτη. Λίγους μήνες αργότερα, η ενέργεια αυτή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση. Μέχρι εδώ, το γεγονός είναι σαφές: ο μηχανισμός της αναγκαστικής εκτέλεσης κινήθηκε και στράφηκε κατά συγκεκριμένου προσώπου ως κληρονόμου.
Όταν όμως ζητήθηκε να συμπεριληφθούν οι οφειλές του κληρονομούμενου στον εξωδικαστικό μηχανισμό, η απάντηση ήταν εντελώς διαφορετική: οι οφειλές δεν έχουν μεταφερθεί, απαιτείται νομιμοποίηση κληρονόμων, απαιτείται αναδοχή χρέους, απαιτούνται επιπλέον διαδικασίες.
Εδώ ακριβώς γεννιέται το ερώτημα που καίει:
Για την επιβολή κατάσχεσης δεν απαιτούνταν όλα αυτά; Και αν δεν απαιτούνταν τότε, γιατί απαιτούνται τώρα;
Δεν γίνεται το ίδιο πρόσωπο να αντιμετωπίζεται ως πλήρως υπόχρεο όταν είναι να βρεθεί με κατασχετήριο στα χέρια, αλλά ως “μη ενταγμένο” και “μη μεταφερμένο” όταν είναι να υπαχθεί σε ρύθμιση.
Όταν η πλατφόρμα γίνεται άλλοθι
Η απάντηση της εταιρείας διαχείρισης στηρίζεται σε μια φράση-κλειδί: «η ανάρτηση των στοιχείων πραγματοποιείται αυτόματα από το σύστημα». Με δυο λόγια, η ευθύνη μεταφέρεται σε μια απρόσωπη πλατφόρμα, λες και το πρόβλημα είναι τεχνικό και όχι ουσιαστικό.
Όμως εδώ δεν μιλάμε για ένα κουμπί που δεν πατήθηκε. Μιλάμε για οφειλές που χρησιμοποιήθηκαν ήδη ως βάση για πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Άρα το πρόβλημα δεν είναι αν “γνωρίζει” το σύστημα ότι υπάρχει κληρονόμος. Το σύστημα, ή μάλλον όσοι το τροφοδοτούν, φαίνεται ότι γνώριζαν απολύτως όσα χρειάζονταν όταν ήταν να κινηθούν επιθετικά.
Το μοτίβο είναι γνωστό και εξοργιστικό:
όταν ο πολίτης ζητά διευκόλυνση, εμφανίζονται διαδικασίες·
όταν ο μηχανισμός θέλει να επιβάλει πίεση, οι διαδικασίες εξαφανίζονται.
Και όταν ο πολίτης επιμένει, τότε ακούει ότι “μπορεί να προχωρήσει στα επόμενα βήματα χωρίς περαιτέρω ενέργεια”, αλλά συγχρόνως του λένε ότι οι επίμαχες οφειλές δεν έχουν μεταφερθεί. Δηλαδή να προχωρήσει… χωρίς να υπάρχει το βασικό αντικείμενο της ρύθμισης.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι θεσμικό
Η ουσία της υπόθεσης δεν είναι μόνο αν ένα δάνειο έχει “περαστεί” σωστά στο σύστημα. Η ουσία είναι αν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά εις βάρος του πολίτη.
Αν ο κληρονόμος ήταν αρκετά συνδεδεμένος με την οφειλή ώστε να δεχθεί επίδοση διαταγής πληρωμής και κατάσχεση ακινήτου, τότε κάποιος οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν είναι αρκετά συνδεδεμένος με την ίδια οφειλή ώστε να μπορεί αυτή να εμφανιστεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό και να ρυθμιστεί.
Αυτό είναι το σημείο που μετατρέπει την υπόθεση από “διοικητική δυσλειτουργία” σε ζήτημα αξιοπιστίας του ίδιου του συστήματος. Διότι αν οι οφειλές εμφανίζονται όταν είναι να ασκηθεί πίεση, αλλά εξαφανίζονται όταν είναι να δοθεί διέξοδος, τότε δεν μιλάμε για λάθος. Μιλάμε για επιλεκτική λειτουργία.
Και τότε η απορία δεν είναι απλώς εύλογη. Είναι καταδικαστική:
Πώς προχώρησαν τότε σε κατάσχεση;
Στην Ελλάδα του “αυτόματου συστήματος”, ο πολίτης φαίνεται ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα και οφειλέτης και… μη οφειλέτης, ανάλογα με το τι βολεύει την άλλη πλευρά. Για την κατάσχεση τον βρήκαν αμέσως. Για τη ρύθμιση τον “χάσανε” μέσα στην πλατφόρμα. Και κάπου εκεί δεν εκτίθεται ο κληρονόμος — εκτίθεται ολόκληρος ο μηχανισμός.

