Το Μαξίμου βαφτίζει «θεσμική συνέπεια» την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης – Τα ίδια μέσα που ζητούσαν κάλπες εδώ και τώρα, σήμερα χειροκροτούν την αναβολή σαν νέα μεγαλοφυή στρατηγική
Ας τελειώνουμε με το επικοινωνιακό σανό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αποφεύγει τις εκλογές του Οκτωβρίου επειδή ξαφνικά συγκινήθηκε από την εξάντληση της τετραετίας. Δεν περιμένει την άνοιξη του 2027 επειδή τον κατέλαβε θεσμικός οίστρος. Περιμένει επειδή η κάλπη, αν στηθεί σήμερα, μπορεί να μετατραπεί από εκλογική δοκιμασία σε προσωπική πολιτική καταδίκη.
Τόσο απλά. Τόσο κυνικά.
Με τη Νέα Δημοκρατία καθηλωμένη στη ζώνη του 28%–31%, κανένας σοβαρός πολιτικός δεν θα έτρεχε μόνος του να πατήσει το κουμπί της αυτοκαταστροφής. Η πρωτιά δεν αρκεί όταν δεν οδηγεί σε κυβέρνηση. Και μια «νίκη» που καταλήγει σε αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης δεν είναι νίκη.
Είναι το πρώτο επεισόδιο της αμφισβήτησης.
Το 40,56% του 2023 έχει εξαϋλωθεί μέσα σε τρία χρόνια κυβερνητικής φθοράς. Το 28,31% των ευρωεκλογών δεν αποτελεί πια μια κακή παρένθεση που θα ξεχαστεί. Έχει γίνει ο εφιάλτης του Μαξίμου.
Είναι ο αριθμός που εμφανίζεται πίσω από κάθε θριαμβολογική ανακοίνωση, κάθε στημένη κυβερνητική αισιοδοξία και κάθε δημοσκόπηση που προσπαθεί να παρουσιάσει την πολιτική καθίζηση ως «σταθερή πρωτιά».
Πρώτος, ναι. Κυβέρνηση, όμως;
Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Η κάλπη δεν απειλεί μόνο τη Νέα Δημοκρατία – Απειλεί τον ίδιο
Ο πραγματικός φόβος δεν είναι μήπως η Νέα Δημοκρατία χάσει την πρώτη θέση. Ο πραγματικός φόβος είναι μήπως κερδίσει χωρίς να μπορεί να κυβερνήσει.
Γιατί τότε θα ανοίξει η πόρτα των συνεργασιών. Θα αρχίσουν τα παζάρια. Θα εμφανιστούν οι επίδοξοι κυβερνητικοί εταίροι. Και μαζί τους θα τεθεί το ερώτημα που το Μαξίμου δεν θέλει ούτε να ακούει:
«Συνεργασία, αλλά με ποιον πρωθυπουργό;»
Ένα κόμμα στο 28% ή στο 30% δεν επιβάλλει εύκολα όρους. Δέχεται όρους. Και ο σκληρότερος από αυτούς μπορεί να είναι η απομάκρυνση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία, ώστε να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας με άλλο πρόσωπο.
Από εκείνη τη στιγμή, η συζήτηση δεν θα αφορά απλώς την κυβέρνηση. Θα αφορά και την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό είναι που προσπαθεί να αποφύγει. Όχι την «αστάθεια της χώρας», αλλά την αστάθεια της προσωπικής του εξουσίας. Όχι την περιπέτεια για τους πολίτες, αλλά την περιπέτεια για το πρωθυπουργικό του μέλλον.
Γι’ αυτό δεν κάνει εκλογές. Επειδή η κάλπη του Οκτωβρίου δεν του εγγυάται κυβέρνηση και ενδέχεται να του αφαιρέσει ακόμη και το κόμμα.
Τα υπόλοιπα είναι συσκευασία Μαξίμου.
Οι χθεσινοί καταστροφολόγοι έγιναν σήμερα υμνητές
Ακόμη πιο απολαυστική είναι η κυβίστηση των γνωστών φιλοκυβερνητικών μέσων.
Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες απαιτούσαν εκλογές τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο. Προειδοποιούσαν ότι η εξάντληση της τετραετίας θα ήταν καταστροφική. Έγραφαν για «παράθυρο ευκαιρίας», για ανάγκη αιφνιδιασμού και για κίνδυνο πλήρους αποσύνθεσης αν ο πρωθυπουργός περιμένει.
Τώρα που το Μαξίμου αποφάσισε να περιμένει, τα ίδια μεγάφωνα ανακάλυψαν ξαφνικά τη σοφία της θεσμικής συνέπειας. Η χθεσινή «καταστροφή» έγινε μέσα σε ένα βράδυ «στρατηγική ιδιοφυΐα». Η αναβολή βαφτίστηκε ψυχραιμία. Ο φόβος της κάλπης παρουσιάστηκε ως αυτοπεποίθηση.
Δεν άλλαξαν τα δεδομένα. Η γραμμή άλλαξε.
Και όταν αλλάζει η γραμμή του Μαξίμου, αλλάζουν μαζί της οι αναλύσεις, οι τίτλοι, οι ειδικοί και οι τηλεοπτικές προφητείες.
Το σύστημα δεν ενημερώνει. Συνοδεύει.
Δεν ελέγχει την εξουσία. Της κρατά τον καθρέφτη μέχρι να βρει τη γωνία που τη συμφέρει.
Τα τρία παραμύθια της αναμονής
Το πρώτο παραμύθι λέει ότι τα μέτρα της ΔΕΘ θα ανατρέψουν το κλίμα.
Το Μαξίμου ελπίζει ότι με φοροελαφρύνσεις, παροχές και επιδόματα θα αγοράσει πίσω ένα μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Μόνο που ο πολίτης δεν ζει μέσα στα κυβερνητικά ενημερωτικά σημειώματα.
Ζει στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στη βενζίνη και στην εφορία.
Αν τα μέτρα δεν αφήσουν πραγματικό χρήμα στην τσέπη, η επικοινωνιακή καταιγίδα θα τελειώσει προτού στεγνώσει το μελάνι των εξαγγελιών.
Το δεύτερο παραμύθι λέει ότι η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα θα ξεφουσκώσει μέχρι την άνοιξη.
Μπορεί. Μπορεί όμως και να οργανωθεί, να δυναμώσει και να μετατρέψει τη σημερινή δημοσκοπική της παρουσία σε πραγματικό αντίπαλο δέος. Ο χρόνος που το Μαξίμου αγοράζει για τον εαυτό του προσφέρεται δωρεάν και στους αντιπάλους του.
Δεν περιμένει μόνο η κυβέρνηση. Περιμένουν και εκείνοι που θέλουν να τη ρίξουν.
Το τρίτο παραμύθι λέει ότι ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά δεν θα αντέξει μέχρι τις εκλογές.
Λες και ο Αντώνης Σαμαράς είναι υποχρεωμένος να ανακοινώσει κόμμα αύριο για να διευκολύνει τους σχεδιασμούς του Μαξίμου. Αν επιλέξει να κινηθεί κοντά στις κάλπες, ο κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία θα εμφανιστεί ακριβώς τη στιγμή που δεν θα υπάρχει χρόνος αντίδρασης.
Το Μαξίμου, λοιπόν, δεν έχει σχέδιο νίκης.
Έχει τρεις ευχές και ένα ημερολόγιο.
Τα σκάνδαλα, οι φωτιές και το ΕΣΥ δεν περιμένουν την άνοιξη
Στους κυβερνητικούς υπολογισμούς δεν χωράει η πραγματική χώρα.
Δεν χωρούν οι πολίτες που γονατίζουν από την ακρίβεια. Δεν χωρούν τα νοσοκομεία που λειτουργούν στα όριά τους. Δεν χωρούν οι εργαζόμενοι που ακούν για «ανάπτυξη» και μετρούν αν τους φτάνουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα.
Δεν χωρούν οι καταστροφικές πυρκαγιές, οι καμένες περιουσίες και οι ευθύνες που πνίγονται κάθε φορά μέσα σε συλλυπητήρια δελτία Τύπου.
Δεν χωρούν ούτε οι ανοικτές υποθέσεις, οι καταγγελίες, οι έρευνες και η βαριά μυρωδιά ενός συστήματος εξουσίας που επί χρόνια πίστεψε ότι μπορεί να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς λογοδοσία.
Το Μαξίμου θεωρεί ότι ο χρόνος θα σβήσει τα προβλήματα. Υπάρχει όμως και το αντίθετο ενδεχόμενο: ο χρόνος να τα συσσωρεύσει, να τα ενώσει και να τα μετατρέψει σε κύμα οργής.
Κάθε μήνας που περνά δεν είναι κατ’ ανάγκην σωσίβιο.
Μπορεί να είναι ακόμη μία πέτρα δεμένη στα πόδια της κυβέρνησης.
Δεν εξαντλεί την τετραετία – Εξαντλεί τον διαθέσιμο χρόνο
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επέλεξε την άνοιξη του 2027 επειδή είναι βέβαιος ότι θα κερδίσει. Την επέλεξε επειδή σήμερα βλέπει ότι δεν κερδίζει όσα χρειάζεται.
Δεν κάνει υπομονή. Κάνει καθυστέρηση.
Δεν επιδεικνύει αυτοπεποίθηση. Αποφεύγει μια κάλπη που μπορεί να μετατρέψει την απώλεια της αυτοδυναμίας σε απώλεια της πρωθυπουργίας.
Δεν εξαντλεί απλώς την τετραετία. Εξαντλεί κάθε διαθέσιμη ημέρα, ελπίζοντας ότι κάτι θα αλλάξει: ότι τα μέτρα θα πιάσουν, ότι οι αντίπαλοι θα φθαρούν, ότι τα σκάνδαλα θα ξεχαστούν, ότι οι φωτιές θα σβήσουν και από τη μνήμη, ότι η κοινωνία θα κουραστεί να θυμώνει.
Αλλά ο πολιτικός χρόνος δεν χαρίζεται. Δανείζεται – και μάλιστα με τοκογλυφικό επιτόκιο.
Και όταν έρθει η ώρα της κάλπης, ο λογαριασμός μπορεί να μη γράφει απλώς «τέλος αυτοδυναμίας».
Μπορεί να γράφει:
«Τέλος εποχής Μητσοτάκη».

