Οι κορδέλες κόπηκαν, οι κάμερες κατέγραψαν τα χαμόγελα, οι κυβερνητικές δηλώσεις μίλησαν για ένα έργο που «παραδίδεται στους πολίτες». Όμως, λίγες ώρες αργότερα, η δημόσια συζήτηση δεν περιστρεφόταν γύρω από την αξία του έργου, αλλά γύρω από ένα απλό ερώτημα: ήταν πραγματικά έτοιμο;
Οι εικόνες από την περιοχή των εγκαινίων προκάλεσαν πλήθος αντιδράσεων. Πολίτες σχολίασαν την απουσία φωτισμού, την εργοταξιακή εικόνα του περιβάλλοντος χώρου, τα γυμνά πρανή και τις εργασίες που, όπως υποστηρίζουν, παρέμεναν σε εξέλιξη. Άλλοι εξέφρασαν ανησυχίες για την αποστράγγιση, την προστασία από κατολισθήσεις και τις τελικές διαμορφώσεις του έργου.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί υπερασπίστηκαν την επιλογή της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι ο νέος δρόμος είναι σαφώς ασφαλέστερος από αυτόν που υπήρχε επί δεκαετίες και ότι δεν πρέπει να απαξιώνεται ένα τόσο σημαντικό έργο επειδή απομένουν δευτερεύουσες εργασίες.
Η αλήθεια, όμως, δεν βρίσκεται ούτε στα συνθήματα ούτε στις κομματικές αντιπαραθέσεις.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο.
Είχε ολοκληρωθεί το έργο σύμφωνα με τις προβλεπόμενες τεχνικές προδιαγραφές όταν έγιναν τα εγκαίνια; Είχαν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενοι έλεγχοι; Υπήρχαν πρωτόκολλα παραλαβής και πιστοποιήσεις που διαβεβαίωναν ότι ο δρόμος μπορούσε να δοθεί με πλήρη ασφάλεια στην κυκλοφορία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που οφείλουν να απαντήσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες.
Γιατί τα δημόσια έργα δεν κρίνονται από τις κορδέλες, τις φωτογραφίες και τα επικοινωνιακά πλάνα. Κρίνονται από την ποιότητα της κατασκευής τους, την ασφάλεια που παρέχουν και την αντοχή τους στον χρόνο.
Οι πολίτες της Βόρειας Εύβοιας περίμεναν χρόνια για έναν ασφαλέστερο δρόμο. Δεν τους αξίζουν ούτε βιαστικές φιέστες ούτε ατελείωτες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Τους αξίζει ένα έργο ολοκληρωμένο, λειτουργικό και απολύτως ασφαλές.
Αν όλα έχουν γίνει σωστά, οι αρμόδιοι μπορούν εύκολα να το αποδείξουν με τα επίσημα τεχνικά στοιχεία.
Αν όμως απομένουν κρίσιμες εργασίες, τότε τα εγκαίνια δεν ήταν το τέλος ενός έργου. Ήταν απλώς η αρχή μιας ακόμη επικοινωνιακής παράστασης.
Και οι πολίτες, πλέον, δεν αρκούνται στις κορδέλες. Ζητούν αποδείξεις.


