Έσοδα 600 εκατ. ευρώ ετησίως υπολογίζει το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα – Είχε προηγηθεί η πρόταση για τριπλασιασμό της φορολογίας των μερισμάτων
Τη φορολόγηση της λεγόμενης «υπερπολυτελούς διαβίωσης», με παρεμβάσεις που θα αφορούν μεταξύ άλλων τα ιδιωτικά σκάφη αναψυχής και τα αυτοκίνητα πολύ μεγάλου κυβισμού, προαναγγέλλει η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα.
Το στέλεχος της ΕΛ.Α.Σ., Χάρης Αθανασιάδης, δήλωσε ότι το κόμμα έχει υπολογίσει πως από τη συγκεκριμένη φορολογική παρέμβαση μπορούν να εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
«Ναι, θα φορολογήσουμε την υπερπολυτελή διαβίωση. Υπολογίσαμε ότι από αυτήν μπορούμε να αντλήσουμε 600 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ερωτηθείς τι ακριβώς θεωρείται υπερπολυτελής διαβίωση, έδωσε δύο συγκεκριμένα παραδείγματα:
«Έχετε κότερο και πηγαίνετε διακοπές με το δικό σας κότερο; Αυτό είναι υπερπολυτελής διαβίωση. Έχετε αυτοκίνητο 3.000 κυβικών; Ξέρουμε πολύ καλά όλοι μας ποιος ζει σύμφωνα με τις απαιτήσεις μιας κανονικής διαβίωσης και ποιος επιλέγει την υπερπολυτέλεια».
Από τα μερίσματα στα περιουσιακά στοιχεία πολυτελείας
Η νέα τοποθέτηση έρχεται μετά την πρόταση της ΕΛ.Α.Σ. για αύξηση του φορολογικού συντελεστή στα μερίσματα από το 5% στο 15%.
Σύμφωνα με τον αναπληρωτή εκπρόσωπο Τύπου του κόμματος, Γιώργο Μπαλατσούκα, η αύξηση αυτή θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 465 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον τον χρόνο.
Η πολιτική κατεύθυνση της ΕΛ.Α.Σ. είναι σαφής: μεγαλύτερες φορολογικές ελαφρύνσεις για τους μισθωτούς και μεταφορά ενός μέρους του φορολογικού βάρους στα υψηλά εισοδήματα από μερίσματα, στη μεγάλη ακίνητη περιουσία και στα στοιχεία υπερπολυτελούς διαβίωσης.
«Τα μερίσματα δεν αφορούν τον μισθό τον δικό σας και τον δικό μας. Θα δώσουμε μεγαλύτερες φοροαπαλλαγές στους μισθωτούς και θα φορολογήσουμε περισσότερο τα μερίσματα και την ακίνητη περιουσία», ανέφερε ο Χάρης Αθανασιάδης.
Το μεγάλο ερώτημα της κοστολόγησης
Η πολιτική στόχευση είναι εύκολα κατανοητή: όσοι διαθέτουν πολύ μεγάλη οικονομική επιφάνεια να συνεισφέρουν περισσότερο, ώστε να ελαφρυνθούν οι μισθωτοί και τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, βρίσκεται στις λεπτομέρειες.
Η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει να διευκρινίσει:
- Από ποια αξία και πάνω ένα σκάφος θα χαρακτηρίζεται υπερπολυτελές.
- Εάν το κριτήριο για τα αυτοκίνητα θα είναι μόνο ο κυβισμός ή και η εμπορική τους αξία και ηλικία.
- Πώς θα αντιμετωπίζονται παλαιά αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού με χαμηλή πλέον πραγματική αξία.
- Εάν ο νέος φόρος θα προστεθεί στον ήδη υπάρχοντα φόρο πολυτελούς διαβίωσης και στα τεκμήρια.
- Με ποια φορολογική βάση υπολογίζονται τα προσδοκώμενα έσοδα των 600 εκατομμυρίων ευρώ.
- Πώς θα αποτραπεί η μεταφορά σκαφών, εταιρειών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων σε ξένες σημαίες και φορολογικές δικαιοδοσίες.
Χωρίς συγκεκριμένους συντελεστές, όρια, στοιχεία και μηχανισμό είσπραξης, τα 600 εκατομμύρια ευρώ παραμένουν πολιτική εκτίμηση και όχι πλήρως τεκμηριωμένο δημοσιονομικό μέτρο.
Φορολόγηση του πλούτου ή επιστροφή στα τεκμήρια;
Η συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στον εύκολο τίτλο ότι ένα κόμμα «χτυπά τους σκαφάτους και τα μεγάλα αυτοκίνητα».
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μπορεί να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό και δίκαιο σύστημα φορολόγησης του πραγματικού πλούτου, χωρίς οριζόντιες επιβαρύνσεις, επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και άδικα τεκμήρια.
Ένα κότερο αξίας εκατομμυρίων αποτελεί αναμφίβολα ένδειξη πολύ μεγάλης οικονομικής δυνατότητας. Δεν ισχύει, όμως, απαραιτήτως το ίδιο για κάθε παλαιό αυτοκίνητο 3.000 κυβικών, το οποίο μπορεί να έχει σήμερα μικρότερη αξία από ένα καινούργιο μεσαίο όχημα.
Επομένως, η φορολογική δικαιοσύνη δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στον κυβισμό, στην εικόνα ή σε γενικούς χαρακτηρισμούς. Χρειάζεται να υπολογίζει την πραγματική αξία της περιουσίας, το εισόδημα, τη δυνατότητα συντήρησης και τη συνολική οικονομική επιφάνεια του φορολογουμένου.
Η ΕΛ.Α.Σ. άνοιξε μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση για το ποιος πρέπει να πληρώνει περισσότερο. Τώρα οφείλει να παρουσιάσει τους ακριβείς αριθμούς και τους κανόνες. Διότι άλλο η δίκαιη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και άλλο η αναβίωση ενός πρόχειρου, τιμωρητικού συστήματος τεκμηρίων.

