Φιλοκυβερνητικά τουρκικά μέσα και αναλυτές συνδέουν τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» με το σχέδιο νόμου για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες – Δεν υπάρχει νόμος προσάρτησης, υπάρχει όμως μια επικίνδυνη προσπάθεια να μετατραπεί η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε «κανονική» πολιτική συζήτηση
Όχι, η Τουρκία δεν απέκτησε με έναν νόμο 152 ελληνικά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες.
Ναι, όμως, το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Γιατί στα μέσα Μαΐου φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, πολιτικά στελέχη και αναλυτές στην Τουρκία επανέφεραν με πρωτοφανή σαφήνεια τη θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών». Τη συνέδεσαν, μάλιστα, με το υπό επεξεργασία σχέδιο νόμου για τις τουρκικές θαλάσσιες δικαιοδοσίες, το οποίο παρουσιάστηκε ως η εσωτερική νομική θωράκιση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο αριθμός «152» περιλαμβανόταν στο κείμενο του σχεδίου νόμου. Προβλήθηκε από Τούρκους αναλυτές ως ο αριθμός νησιωτικών σχηματισμών τους οποίους η Άγκυρα θα μπορούσε να διεκδικήσει μελλοντικά, εάν πρώτα ενίσχυε στο εσωτερικό της δίκαιο τις αξιώσεις της στο Αιγαίο.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Όχι για να υποβαθμιστεί η απειλή, αλλά για να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και όχι με κραυγές που μπορεί να καταλήξουν να υπηρετούν την τουρκική προπαγάνδα.
Από τις «γκρίζες ζώνες» στα 152 νησιά
Η θεωρία είναι γνωστή στην Τουρκία με το ακρωνύμιο EGAYDAAK: νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων, κατά τον τουρκικό ισχυρισμό, η κυριαρχία δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες.
Η Άγκυρα άρχισε να προβάλλει συστηματικά αυτή τη θέση μετά την κρίση των Ιμίων το 1996. Η Ελλάδα την απορρίπτει πλήρως, επιμένοντας ότι η κυριαρχία στο Αιγαίο έχει καθοριστεί από τις διεθνείς συνθήκες, μεταξύ των οποίων η Συνθήκη της Λωζάννης, οι ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932 και η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών έχει αποτυπώσει επισήμως σε χάρτη την κλιμάκωση των σχετικών τουρκικών αξιώσεων.
Τον Μάιο του 2026, όμως, η θεωρία επανήλθε με πιο επιθετικό λεξιλόγιο. Ο Τούρκος αναλυτής Κεμάλ Ολτσάρ υποστήριξε ότι, μετά τη νέα νομοθέτηση, η πολιτική ηγεσία της χώρας θα μπορούσε ακόμη και να θεσπίσει πρόσθετο νόμο, να χαρακτηρίσει 152 νησίδες τουρκικές και να υψώσει σε αυτές τουρκική σημαία. Πρόκειται για θέση αναλυτή και όχι για διάταξη ψηφισμένου νόμου. Η δημόσια διατύπωσή της, ωστόσο, φανερώνει πού επιχειρούν ορισμένοι τουρκικοί κύκλοι να μεταφέρουν τη συζήτηση.
Την ίδια περίοδο, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε ότι συνεχιζόταν η επεξεργασία ενός νόμου-πλαισίου για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες, με στρατιωτική, τεχνική, ακαδημαϊκή και νομική συμμετοχή κρατικών φορέων. Άρα δεν επρόκειτο απλώς για ένα τηλεοπτικό πυροτέχνημα. Υπήρχε πραγματική κρατική προετοιμασία για τη συγκέντρωση των τουρκικών θέσεων γύρω από τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ και άλλες θαλάσσιες ζώνες σε ενιαίο εσωτερικό νομοθέτημα.
Τι έλεγε πραγματικά το σχέδιο νόμου
Εδώ απαιτείται ακρίβεια.
Σύμφωνα με πληροφορίες που αποδόθηκαν σε Τούρκο καθηγητή Διεθνούς Δικαίου ο οποίος συμμετείχε στη σύνταξη του σχεδίου, το κείμενο δεν περιείχε τον όρο «Γαλάζια Πατρίδα», δεν μιλούσε για «γκρίζες ζώνες», δεν ανέφερε 152 νησιά και δεν συνοδευόταν από χάρτη.
Αυτό δεν το καθιστά αθώο.
Ένα γενικό νομοθετικό πλαίσιο μπορεί να αφήσει στην εκάστοτε τουρκική κυβέρνηση μεγάλο περιθώριο να εξειδικεύσει αργότερα τις διεκδικήσεις της με προεδρικές αποφάσεις, χάρτες, άδειες ερευνών, NAVTEX ή άλλες διοικητικές πράξεις. Δεν μεταβάλλει, βεβαίως, τα διεθνή σύνορα ούτε δημιουργεί κυριαρχία εκεί όπου δεν υπάρχει. Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως μηχανισμός παραγωγής νέων τετελεσμένων και νέων κρίσεων.
Το σχέδιο, που αρχικά αναμενόταν να φτάσει στην τουρκική Εθνοσυνέλευση μετά τα τέλη Μαΐου, δεν ψηφίστηκε. Η κοινοβουλευτική του προώθηση αναβλήθηκε τον Ιούνιο και, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, μετατέθηκε τουλάχιστον έως τον Οκτώβριο. Η αναβολή δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη.
Το λάθος της Ελλάδας: ούτε πανικός ούτε αδιαφορία
Η Αθήνα έχει δίκιο όταν δηλώνει ότι ένας μονομερής τουρκικός νόμος δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα στο διεθνές δίκαιο. Η ελληνική κυβέρνηση έχει αναφέρει επισήμως ότι μια τέτοια μονομερής νομοθέτηση δεν παράγει διεθνές έννομο αποτέλεσμα. Καμία εθνική Βουλή δεν μπορεί να αλλάξει διεθνή σύνορα ψηφίζοντας τον χάρτη που επιθυμεί.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί.
Το μεγάλο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί ότι, επειδή μια τουρκική νομοθετική πράξη στερείται διεθνούς ισχύος, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εσωτερικό επικοινωνιακό παιχνίδι χωρίς συνέπειες. Η διεθνής πολιτική δεν διαμορφώνεται μόνο από όσα είναι νόμιμα. Διαμορφώνεται και από όσα επαναλαμβάνονται, καταγράφονται, χαρτογραφούνται και τελικά παρουσιάζονται ως «υφιστάμενες διαφορές» μεταξύ δύο χωρών.
Κάπως έτσι μια ανυπόστατη αξίωση κινδυνεύει, με το πέρασμα του χρόνου, να εμφανιστεί σε τρίτους όχι ως τουρκικός αναθεωρητισμός, αλλά ως ένα ακόμη θέμα προς διαπραγμάτευση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απαντά με διάβημα σε κάθε ακραία δήλωση ενός τηλεοπτικού αναλυτή. Οφείλει, όμως, να αντιδρά άμεσα και τεκμηριωμένα σε κάθε επίσημη πράξη, χάρτη, κυβερνητική δήλωση ή νομοθετική διάταξη που αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία.
Ο φάκελος πρέπει να είναι διαρκώς ανοικτός στον ΟΗΕ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους συμμάχους του ΝΑΤΟ. Όχι με γενικόλογες εκκλήσεις, αλλά με μεταφρασμένα επίσημα κείμενα, χάρτες, δηλώσεις και σαφή νομική αποδόμηση κάθε τουρκικού ισχυρισμού.
Δεν αμφισβητείται μόνο η Ελλάδα – Αμφισβητούνται ευρωπαϊκά σύνορα
Τα ελληνικά νησιά αποτελούν έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, κάθε επίσημη αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από τις Βρυξέλλες ως μια μακρινή διμερής διαφορά ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα.
Αφορά τα εξωτερικά σύνορα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ελληνική διπλωματία οφείλει να επιμένει σε μία καθαρή γραμμή: άλλη η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας ή διεθνούς δικαστικής κρίσης, και εντελώς άλλο η κυριαρχία επί ελληνικών νησιών, η οποία δεν προσφέρεται για παζάρι.
Δεν υπάρχουν «152 αμφισβητούμενα νησιά» επειδή το επαναλαμβάνει ένας Τούρκος αναλυτής. Υπάρχουν ελληνικά νησιά τα οποία η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει ως αμφισβητούμενα.
Αυτή είναι η διατύπωση που πρέπει να ακούγεται παντού.
Τα «ήρεμα νερά» δεν σημαίνουν σιωπηλή αποδοχή
Η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι χρήσιμη όταν μειώνει τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου. Γίνεται, όμως, επικίνδυνη όταν μετατρέπεται σε αυτολογοκρισία της ελληνικής πλευράς, μήπως και ενοχληθεί η Άγκυρα.
Ο διάλογος δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα συζητήσει την κυριαρχία της. Και η ψυχραιμία δεν σημαίνει αδράνεια.
Η Τουρκία γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει ελληνικό έδαφος με έναν εσωτερικό νόμο. Μπορεί, όμως, να επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι παράνομες αξιώσεις της θα ακούγονται όλο και λιγότερο παράλογες.
Γι’ αυτό η απάντηση της Ελλάδας πρέπει να είναι άμεση, θεσμική και διαρκής.
Ούτε υστερία ούτε εφησυχασμός.
Διεθνής καταγραφή, νομική θωράκιση, διπλωματική κινητοποίηση και αποτρεπτική ισχύς.
Γιατί το διεθνές δίκαιο είναι ισχυρό όπλο μόνο όταν μια χώρα το επικαλείται εγκαίρως, το υπερασπίζεται σταθερά και δεν επιτρέπει σε κανέναν να μετατρέψει την κυριαρχία της σε «διαφορά προς συζήτηση».

