Είμαστε η γενιά πάνω από τα 50, τα 55, τα 60.
Η γενιά που δεν επιστρέφει. Όχι γιατί δεν θέλει — αλλά γιατί δεν τη θέλουν.
Είμαστε η γενιά που μεγάλωσε χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Πήγαμε σχολείο με τα πόδια, γυρίσαμε με τα πόδια, μάθαμε από νωρίς τι σημαίνει κόπος. Δεν υπήρχαν «δεύτερες ευκαιρίες» σε συσκευασία κινήτρου, ούτε ψυχολόγοι για κάθε απογοήτευση. Υπήρχε ευθύνη. Και ανάγκη να σταθείς όρθιος.
Μάθαμε γράμματα σε ξύλινα θρανία, με κιμωλία και τετράδια, όχι με οθόνες. Δεν μας βοηθούσαν οι γονείς στις εργασίες — δούλευαν. Στα χωράφια, στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα μαγαζιά. Κι εμείς μαθαίναμε μόνοι μας. Όχι επειδή ήταν ρομαντικό, αλλά επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή.
Σεβόμασταν. Όχι από φόβο μόνο — από αξίες. Σηκωνόμασταν στο λεωφορείο. Μιλούσαμε σιγά το βράδυ. Δεν θεωρούσαμε δικαίωμα την αγένεια, ούτε αρετή την πρόκληση. Κάναμε λάθη, αλλά τα πληρώναμε. Και μαθαίναμε.
Και τι έκανε η κοινωνία με αυτή τη γενιά;
Τη χρησιμοποίησε.
Την εξάντλησε.
Και στο τέλος, την πέταξε στο περιθώριο.
Δούλεψε μια ζωή για μισθούς πείνας, για συντάξεις που ποτέ δεν ήρθαν όπως έπρεπε. Στήριξε οικογένειες, κράτησε όρθια σπίτια, πλήρωσε φόρους, πλήρωσε κρίσεις, πλήρωσε «σωτηρίες». Και σήμερα ακούει ότι είναι «βάρος», ότι «δεν προσαρμόζεται», ότι «πρέπει να κάνει στην άκρη».
Την ώρα που μιλάμε για πρόοδο, αυτή η γενιά μετράει ρεύμα, φάρμακα, τρόφιμα.
Την ώρα που μιλάμε για ψηφιακό μέλλον, αυτή η γενιά μετράει αν θα φτάσει ο μήνας.
Την ώρα που κάποιοι παριστάνουν τους εκσυγχρονιστές, αυτή η γενιά νιώθει αόρατη.
Και όμως — χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτα από όσα σήμερα θεωρούνται δεδομένα.
Δεν ζητάει μετάλλια.
Δεν ζητάει δάκρυα.
Ζητάει σεβασμό. Και δικαιοσύνη.
Είναι η γενιά που έζησε ζωή — όχι σε stories, αλλά στην πραγματικότητα.
Η γενιά που δεν φωνάζει, αλλά αντέχει.
Η γενιά που δεν επιστρέφει, γιατί δεν την αφήσατε.
Και μια κοινωνία που ξεχνά τις γενιές που τη σήκωσαν, είναι καταδικασμένη να πέσει — βαριά και μόνη.

