Του Μανόλη Καψή
Μάθαμε επιτέλους τον αντίπαλο του Μητσοτάκη. Όχι, δεν είναι ο Αλέξης Τσίπρας, ούτε φυσικά ο Νίκος Ανδρουλάκης (αλλά αυτό το τελευταίο είμαι βέβαιος ότι όλοι το ξέρουμε πια και το έχουμε εμπεδώσει). Είναι η Έλενα Ακρίτα. Αυτήν τρέμει ο πρωθυπουργός. Ακούει το όνομά της και πανικοβάλλεται. Δεν είναι ακόμα απολύτως σαφές γιατί ακριβώς τη φοβάται ο Μητσοτάκης, πάντως η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ που προτάθηκε από τη Δούρου και τον Πολάκη για 5η αντιπρόεδρος της Βουλής, αυτό πιστεύει. Και το πιστεύει ακράδαντα.
Έτσι συμβαίνει συνήθως. Όσο μικρότερο είναι το πραγματικό μέγεθός σου, τόσο μεγαλύτερο φαντάζεσαι το μπόι σου για να καλύψεις το ψυχολογικό κενό, και μεγαλοπιάνεσαι. Φαντασιώνεσαι ότι είσαι θεριό ανήμερο. Και ότι οι άλλοι σε φοβούνται. Ενώ απλά σε περιφρονούν.
Η κυβέρνηση υποτίθεται ότι από αυτή την πολύ light ιστορία που μοιάζει σχεδόν με κουτσομπολιό, την ιστορία ενός δήθεν καυγά που ταιριάζει περισσότερο σε στήλη παραπολιτικής παρά στις μέσα πολιτικές σελίδες μιας εφημερίδας – ψωμί όμως στο βούτυρο των μαχητών του πληκτρολογίου – από αυτή τέλος πάντων την ιστορία της άρνησής της να υπερψηφίσει την υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα για τη θέση του πέμπτου αντιπροέδρου της Βουλής, βγαίνει εκτεθειμένη. Ότι δεν τηρεί τις κοινοβουλευτικές παραδόσεις και κακοποιεί, λέει, τους θεσμούς.
Δεν είμαι βέβαιος ότι έκανε κακό στη Νέα Δημοκρατία αυτός ο καυγάς, να βάλει απέναντί της ένα πρόσωπο που έχει ξεχωρίσει για την τοξικότητά του, σε σημείο ώστε να αντιμετωπίζεται ως μάλλον περιθωριακό φαινόμενο – κάτι σαν τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αλλά σε στιλ influencer με γόβες Louboutin, μια ανάμνηση από το θλιβερό πρώτο εξάμηνο του 2015 – αντίθετα, είμαι περίπου βέβαιος ότι έκανε ζημιά κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, που σύρθηκε πάλι σαν ουρά στη ριζοσπαστική αριστερά. Έδωσε αφορμή και όπλα στην κυβέρνηση να το κατηγορήσει ότι μιμείται τον ΣΥΡΙΖΑ και συμπράττει με το αντισύστημα.
Ειδικά μάλιστα όταν η επίθεση συνοδεύθηκε από την υπενθύμιση, από πλευράς των κυβερνητικών, της απρέπειας Ανδρουλάκη να μην υπερψηφίσει την ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η παράδοση θέλει όντως τους αντιπροέδρους του Κοινοβουλίου που προτείνονται από τα κόμματα κατά τη σειρά κατάταξής τους στις εκλογές, να ψηφίζονται συνήθως με μεγάλες πλειοψηφίες. Όχι ότι τηρείται πάντα αυτή η παράδοση, όμως. Δεν έχουν εκλεγεί αντιπρόεδροι, εκτός από τους υποψηφίους της Χρυσής Αυγής, και άλλα πρόσωπα που δεν έπεισαν τους συναδέλφους τους. Στις ψηφοφορίες που έγιναν μετά τις εκλογές του 2023, για παράδειγμα, δεν εξελέγη ούτε ο υποψήφιος της Νίκης κ. Αποστάλης, ούτε ο υποψήφιος της Πλεύσης Ελευθερίας κ. Χουρδάκης, που αργότερα περιμάζεψε στο ΠΑΣΟΚ ο κ. Ανδρουλάκης. No comment.
Ποιο είναι το νόημα, όμως, αυτής της παράδοσης; Γιατί είθισται τα κόμματα να υπερψηφίζουν με μεγάλες πλειοψηφίες τους προτεινόμενους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιπροέδρους; Είναι γιατί δεν κάνουν face control στα πρόσωπα, όπως ανέφερε ανοήτως η ανακοίνωση της Χαριλάου Τρικούπη, λες και το Κοινοβούλιο είναι νυχτερινό κέντρο;
Είναι το ίδιο “υπονοούμενο” που ισχύει για τους προτεινόμενους προέδρους της Βουλής από το κόμμα της πλειοψηφίας, έστω και αν συχνά τα κόμματα διχάζονται. Το νόημα της ψήφου είναι ότι, επενδυμένος/η με αυτή την αυξημένη πλειοψηφία, ο/η υποψήφιος θα τηρήσει μια υπερκομματική και αμερόληπτη στάση στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Θα αρθεί πάνω από την τρέχουσα αντιπαλότητα και θα επιδιώξει συναινέσεις.
Μπορεί να αναλάβει τέτοιο ρόλο η κ. Ακρίτα;
Αυτονοήτως, ένα πρόσωπο σαν την κ. Έλενα Ακρίτα, που συχνά μοιάζει σαν να υποδύεται τα τρολ του διαδικτύου, μοιράζοντας κατηγορίες και μηνύσεις εναντίον πραγματικών και φανταστικών αντιπάλων της, αφοσιωμένη στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου όπου μοιάζει να αφιερώνει ώρες επί ωρών, αν δεν κατοικεί μονίμως εκεί, αυτονοήτως ένα τέτοιο πρόσωπο που καυγαδίζει επί καθημερινής βάσεως και δεν κρύβει την απέχθειά της για οτιδήποτε και οποιονδήποτε δεν συμφωνεί μαζί της, αυτονοήτως ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί να αναλάβει καθήκοντα ρυθμιστή της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία εμμονή της κ. Ακρίτα ήταν πόσα καναπεδάκια καταναλώθηκαν στη δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, και πόσο αυτά κόστισαν στον Έλληνα φορολογούμενο.
Ούτε εκείνη ούτε η πρόεδρος του κόμματός της, κ. Δούρου, που ανακοίνωσε περιχαρής ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μποϊκοτάρει τη δεξίωση, αντιλήφθηκαν ή αντιλαμβάνονται ότι η στάση τους υπονομεύει τελικά τους δημοκρατικούς θεσμούς και το σύστημα, αυτό το σύστημα που θέλουν να κατεδαφίσουν, και ότι με τη ρητορική τους ενισχύουν το αντιδημοκρατικό και αντιπολιτικό ρεύμα που σαρώνει ειδικά στις νέες ηλικίες. Αδιαφορούν. Γιατί αυτό που τους νοιάζει δεν είναι η προστασία των θεσμών. Είναι να μαζέψουν ψήφους. Η πολιτική τους επιβίωση δηλαδή.
Πολύ σωστά, λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία δεν ψηφίζει την κ. Ακρίτα για τη θέση του 5ου Αντιπροέδρου της Βουλής. Είναι θέμα προστασίας της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Capital

