Η Μία Μαρτίνι δεν λύγισε από την έλλειψη ταλέντου. Λύγισε από την κακία. Από τη δεισιδαιμονία. Από εκείνο το ύπουλο κοινωνικό δηλητήριο που πρώτα απομονώνει έναν άνθρωπο και μετά παριστάνει ότι τον θρηνεί.
Στις 12 Μαΐου 1995 έφυγε από τη ζωή η Μία Μαρτίνι, η Μιμί του ιταλικού τραγουδιού. Μία από τις πιο μεγάλες, πιο βαθιές, πιο πληγωμένες φωνές που πέρασαν από την Ιταλία. Μια φωνή που δεν τραγουδούσε απλώς. Έσκιζε τη σιωπή. Έμπαινε μέσα στην πληγή και την έκανε μουσική.
Και όμως, αυτή η γυναίκα δεν πολεμήθηκε επειδή δεν άξιζε. Πολεμήθηκε επειδή άξιζε πολύ. Επειδή ήταν διαφορετική. Επειδή δεν χωρούσε στα εύκολα καλούπια της βιομηχανίας. Επειδή γύρω από το όνομά της στήθηκε ένας από τους πιο άθλιους μηχανισμούς κοινωνικής εξόντωσης: η φήμη ότι «έφερνε κακή τύχη».
Από ένα σημείο και μετά, δεν έκριναν τη φωνή της. Έκριναν τον μύθο που είχαν φτιάξει εναντίον της. Δεν έβλεπαν την καλλιτέχνιδα. Έβλεπαν το κουτσομπολιό. Δεν άκουγαν την ερμηνεία. Άκουγαν τον ψίθυρο.
Η ίδια είχε περιγράψει με συντριπτικό τρόπο την απομόνωση που βίωνε: πόρτες κλειστές, συνεργασίες που ακυρώνονταν, άνθρωποι που φοβούνταν να εμφανιστούν μαζί της, μάνατζερ που την παρακαλούσαν να μη συμμετάσχει σε φεστιβάλ γιατί οι δισκογραφικές δεν θα έστελναν άλλους καλλιτέχνες.
Αυτό δεν ήταν απλώς προκατάληψη. Ήταν επαγγελματικός στραγγαλισμός.
Η Μία Μαρτίνι σκοτώθηκε κοινωνικά πριν πεθάνει σωματικά. Τη σκότωσε η αδιαφορία όσων ήξεραν και σιωπούσαν. Τη σκότωσε η ευκολία με την οποία ένας χώρος που δήθεν υπηρετεί την τέχνη μπορεί να γίνει πιο σκοτεινός και από Μεσαίωνα. Τη σκότωσε η δειλία εκείνων που μετά, μπροστά στο φέρετρο, θυμήθηκαν να μιλήσουν για το μεγαλείο της.
Γιατί έτσι γίνεται συχνά. Όσο ο άνθρωπος είναι ζωντανός, τον αφήνουν μόνο. Όταν φύγει, τον κάνουν σύμβολο. Όσο υποφέρει, τον αποφεύγουν. Όταν δεν μπορεί πια να απαντήσει, τον χειροκροτούν.
Η Μιμί δεν χρειαζόταν μεταθανάτια δάκρυα. Χρειαζόταν δικαιοσύνη όσο ζούσε. Χρειαζόταν μια σκηνή χωρίς φόβο. Χρειαζόταν ανθρώπους να πουν: «Φτάνει. Δεν γίνεται να καταστρέφουμε έναν άνθρωπο επειδή κάποιοι αναπαράγουν μια βλακεία».
Η ιστορία της δεν είναι μόνο ιταλική. Είναι παγκόσμια. Είναι η ιστορία κάθε ανθρώπου που έγινε στόχος επειδή κάποιοι βαρέθηκαν να σκέφτονται και προτίμησαν να πιστεύουν φήμες. Είναι η ιστορία κάθε ταλέντου που πνίγηκε από μικρότητες. Κάθε ψυχής που πλήρωσε το τίμημα επειδή οι γύρω της δεν είχαν το θάρρος να σταθούν απέναντι στην αγέλη.
Η Μία Μαρτίνι άφησε πίσω της τραγούδια, ερμηνείες, σιωπές, πληγές. Άφησε πίσω της μια φωνή που ακόμη και σήμερα μοιάζει να έρχεται από έναν τόπο όπου η τέχνη δεν είναι διασκέδαση, αλλά εξομολόγηση.
Κανένα βραβείο δεν επιστρέφει τα χρόνια που της έκλεψαν. Καμία τιμή δεν ακυρώνει την απομόνωση. Κανένα χειροκρότημα δεν ξεπλένει τη συνενοχή.
Η προκατάληψη σκοτώνει.
Η αδιαφορία σκοτώνει.
Τα κουτσομπολιά σκοτώνουν.
Και η περίπτωση της Μία Μαρτίνι είναι η πιο σκληρή υπενθύμιση ότι καμιά φορά οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν μόνο από ασθένειες, ατυχήματα ή μοιραίες στιγμές. Πεθαίνουν και από το δηλητήριο που τους ρίχνει καθημερινά μια κοινωνία που πρώτα τους φοβάται, μετά τους απομονώνει και στο τέλος τους αγιοποιεί.
Αντίο Μιμί.
Δεν έφερνες κακή τύχη.
Έφερνες αλήθεια.
Και αυτό είναι που δεν άντεξαν.
Νίκος Παππίγκης
dott. Architetto – Firenze

