Ο Σλίμαν τον έβγαλε παράνομα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τον δώρισε στη Γερμανία και ο Κόκκινος Στρατός τον μετέφερε στη Μόσχα – Ρωσία, Γερμανία και Τουρκία διεκδικούν έναν θησαυρό που είναι κατά χίλια χρόνια παλαιότερος από τον ομηρικό Πρίαμο
Είναι ένας θησαυρός που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ανήκε ποτέ στον Πρίαμο.

Ονομάστηκε, όμως, «Θησαυρός του Πριάμου», φωτογραφήθηκε ως κόσμημα της Ελένης, παρουσιάστηκε ως απόδειξη της ιστορικής Τροίας και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα της παγκόσμιας αρχαιολογίας.

Σήμερα το σημαντικότερο τμήμα του βρίσκεται στο Κρατικό Μουσείο Καλών Τεχνών Πούσκιν της Μόσχας. Η Γερμανία απαιτεί την επιστροφή του από τη Ρωσία, η Τουρκία υποστηρίζει ότι δεν έπρεπε να είχε φύγει ποτέ από την Τροία και η Μόσχα απαντά ότι αποτελεί νόμιμη αποζημίωση για τις καταστροφές που προκάλεσε η ναζιστική Γερμανία στη Σοβιετική Ένωση.
Η υπόθεση περιλαμβάνει παράνομες ανασκαφές, λαθραία εξαγωγή αρχαιοτήτων, πολεμικά λάφυρα, εθνικές διεκδικήσεις και δύο διαφορετικές πράξεις αρπαγής.
Το ερώτημα είναι σχεδόν παράδοξο:
Ποιος έχει δικαίωμα πάνω σε έναν θησαυρό που αποσπάστηκε από εκείνον ο οποίος τον είχε προηγουμένως αποκτήσει με παράνομο τρόπο;
Ο θησαυρός που δεν ήταν του Πριάμου
Ο Χάινριχ Σλίμαν παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που μετέτρεψε τον Όμηρο από ποιητή σε ιστορικό μάρτυρα.
Στις 31 Μαΐου 1873, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στον λόφο του Χισαρλίκ, στη σημερινή βορειοδυτική Τουρκία, έφερε στο φως χρυσά διαδήματα, περιδέραια, σκουλαρίκια, βραχιόλια, αγγεία από χρυσό και ασήμι, χάλκινα όπλα και χιλιάδες μικρά κοσμήματα.
Χωρίς να περιμένει την επιστημονική τεκμηρίωση, ανακοίνωσε ότι είχε ανακαλύψει τον θησαυρό του Πριάμου, του μυθικού βασιλιά της Τροίας.
Η αρχαιολογία απέδειξε αργότερα ότι ο Σλίμαν είχε κάνει λάθος.
Τα ευρήματα προέρχονται από την Τροία ΙΙ και χρονολογούνται περίπου στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. Είναι, δηλαδή, τουλάχιστον χίλια χρόνια παλαιότερα από την εποχή στην οποία τοποθετείται συνήθως ο Τρωικός Πόλεμος.
Ούτε τα κοσμήματα ανήκαν στην Ελένη ούτε ο χρυσός στον Πρίαμο.
Η ονομασία, όμως, ήταν ακαταμάχητη. Και ο Σλίμαν γνώριζε όσο λίγοι την τέχνη της αυτοπροβολής.
Έβαλε μάλιστα την Ελληνίδα σύζυγό του, Σοφία, να φωτογραφηθεί φορώντας ορισμένα από τα χρυσά κοσμήματα ως «Ελένη της Τροίας». Η εικόνα έκανε τον γύρο του κόσμου, παρότι η περίφημη αφήγηση ότι εκείνη τον βοήθησε να απομακρύνει τον θησαυρό μέσα στο σάλι της θεωρείται κατασκευασμένη.
Ανακάλυψη ή αρχαιολογική λεηλασία;
Ο Σλίμαν δεν ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το Χισαρλίκ ως πιθανή θέση της Τροίας. Καθοριστική είχε υπάρξει η έρευνα του Φρανκ Κάλβερτ, ο οποίος τον οδήγησε ουσιαστικά στον συγκεκριμένο χώρο.
Οι μέθοδοι του Γερμανού επιχειρηματία ήταν βίαιες ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής. Έσκαψε ένα τεράστιο χαντάκι μέσα στον λόφο, καταστρέφοντας στρώματα και κατάλοιπα μεταγενέστερων περιόδων στην προσπάθειά του να φτάσει γρήγορα στην «ομηρική» πόλη.
Όταν εντόπισε τον θησαυρό, δεν τήρησε τους όρους της άδειας που είχε λάβει από τις οθωμανικές αρχές. Αντί να δηλώσει τα ευρήματα και να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη διαδικασία διανομής, τα μετέφερε κρυφά στην Αθήνα.
Το ίδιο το Μουσείο Προϊστορίας και Πρώιμης Ιστορίας του Βερολίνου αναγνωρίζει ότι ο Σλίμαν εξήγαγε παράνομα τον θησαυρό στην Ελλάδα, παρακάμπτοντας τις υποχρεώσεις που προέβλεπε η ανασκαφική του άδεια.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσέφυγε εναντίον του σε ελληνικό δικαστήριο. Ο Σλίμαν κατέβαλε αποζημίωση και παρέδωσε ορισμένα ευρήματα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει –όπως υποστηρίζει σήμερα η Τουρκία– ότι αγόρασε τον θησαυρό ή απέκτησε νόμιμο τίτλο κυριότητας
.
Από την Αθήνα στο Βερολίνο
Αφού επιχείρησε να διαθέσει τη συλλογή σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο Σλίμαν δώρισε το 1881 τις τρωικές αρχαιότητες στα Βασιλικά Μουσεία του Βερολίνου.
Για δεκαετίες ο «Θησαυρός του Πριάμου» αποτέλεσε ένα από τα πολυτιμότερα εκθέματα της γερμανικής πρωτεύουσας.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα σημαντικότερα αντικείμενα απομακρύνθηκαν από τις αίθουσες των μουσείων. Αρχικά φυλάχθηκαν σε τραπεζικό θησαυροφυλάκιο και στη συνέχεια σε αντιαεροπορικό καταφύγιο στο Βερολίνο.
Εκεί βρέθηκαν το 1945, όταν η πόλη καταλήφθηκε από τον Κόκκινο Στρατό.
Ο θησαυρός μεταφέρθηκε στη Σοβιετική Ένωση και για περίπου μισό αιώνα η τύχη του παρέμενε επισήμως άγνωστη. Μόνο μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έγινε δημόσια παραδεκτό ότι βρισκόταν στη Μόσχα.
Σύμφωνα με το Μουσείο Πούσκιν, η συλλογή της Μόσχας αποτελείται από 259 αντικείμενα και περιλαμβάνει ευρήματα από 13 από τους 17 τρωικούς «θησαυρούς» που φυλάσσονταν στο Βερολίνο. Άλλα αντικείμενα, κυρίως από χαλκό και πηλό, βρίσκονται στο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης.
Τρεις χώρες, τρεις διαφορετικές αξιώσεις
Η Γερμανία υποστηρίζει ότι ο θησαυρός ανήκε στις συλλογές των μουσείων του Βερολίνου και απομακρύνθηκε παράνομα από τις σοβιετικές δυνάμεις μετά τον πόλεμο.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει τα αντικείμενα ως πολεμική αποζημίωση για τις τεράστιες απώλειες, τις καταστροφές και τη λεηλασία σοβιετικών μουσείων από τη ναζιστική Γερμανία. Με βάση αυτή τη θέση, δεν δείχνει καμία πρόθεση επιστροφής τους.
Η Τουρκία πηγαίνει ακόμη πιο πίσω.
Υποστηρίζει ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να αποκτήσει νόμιμα έναν θησαυρό που ο Σλίμαν είχε εξαγάγει παραβιάζοντας την οθωμανική νομοθεσία και τους όρους της ανασκαφικής του άδειας. Κατά την Άγκυρα, τα ευρήματα πρέπει να επιστρέψουν κοντά στον αρχαιολογικό χώρο της Τροίας, όπου από το 2018 λειτουργεί σύγχρονο μουσείο.
Η τουρκική αξίωση έχει ισχυρό επιχείρημα ως προς τον τόπο προέλευσης και την παράνομη εξαγωγή. Αντιμετωπίζει, όμως, σοβαρά νομικά και ιστορικά εμπόδια: πρέπει να αποδειχθεί τι ακριβώς συμφωνήθηκε μετά τη δικαστική διαμάχη με τον Σλίμαν, ποια δικαιώματα μεταβιβάστηκαν και εάν η Τουρκία διεκδίκησε εγκαίρως τη συλλογή από τη Γερμανία.
Ένας θησαυρός αιχμάλωτος της γεωπολιτικής
Θεωρητικά, η Ρωσία θα μπορούσε να επιστρέψει τα αντικείμενα στη Γερμανία και κατόπιν Βερολίνο και Άγκυρα να διαπραγματευτούν την τελική τους τύχη.
Πολιτικά, αυτό μοιάζει σήμερα σχεδόν αδύνατο.
Οι σχέσεις Ρωσίας και Γερμανίας έχουν καταρρεύσει μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ οι συνομιλίες για έργα τέχνης και πολιτιστικούς θησαυρούς που μεταφέρθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό έχουν ουσιαστικά παγώσει.
Έτσι, ο «Θησαυρός του Πριάμου» παραμένει στη Μόσχα.
Ένας θησαυρός που βαφτίστηκε με το όνομα ενός βασιλιά στον οποίο δεν ανήκε, εξήχθη παράνομα από τη γη όπου ανακαλύφθηκε, παραχωρήθηκε σε μία δεύτερη χώρα και κατασχέθηκε από μία τρίτη.
Τεσσεράμισι χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία του, ο χρυσός της Τροίας δεν είναι πλέον μόνο αρχαιολογικό εύρημα.
Είναι απόδειξη ότι οι αυτοκρατορίες αλλάζουν, οι πόλεμοι τελειώνουν, αλλά η λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί να συνεχίζεται για αιώνες – απλώς με διαφορετικό ιδιοκτήτη και διαφορετική δικαιολογία.

