Όταν σε μία δημόσια καταγγελία συνυπάρχουν οι λέξεις «κομπίνα», «μεσάζοντας», «καθάρισμα» και «ευρωπαϊκό χρήμα», το θέμα παύει να είναι ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής φασαρίας. Γίνεται ζήτημα θεσμικής σήψης, διοικητικής εκτροπής και πολιτικής ευθύνης που δεν μπορεί να θαφτεί κάτω από μισόλογα.
Ι. Ιστορικό
Η δημόσια ζωή της χώρας έχει κουραστεί να ακούει για «μεμονωμένα περιστατικά», για «παρεξηγήσεις», για «κακές διατυπώσεις», για «υπερβολές της αντιπαράθεσης». Μόνο που κάθε φορά, πίσω από τις ίδιες πρόχειρες δικαιολογίες, εμφανίζεται ο ίδιος πυρήνας: κρατικοί ή ημικρατικοί μηχανισμοί, πολιτικά πρόσωπα, ημέτεροι, διαδρομές χρήματος και μια διοικητική πρακτική που μοιάζει να λειτουργεί όχι ως φίλτρο νομιμότητας αλλά ως μηχανή εξυπηρετήσεων.
Η συγκεκριμένη καταγγελία είναι πολιτικά εκρηκτική όχι μόνο για όσα λέει, αλλά για τον τρόπο που τα λέει. Δεν περιγράφει απλώς μια παρατυπία. Δεν μιλά για ένα λάθος ελέγχου. Δεν υπαινίσσεται μία απλή διοικητική αδράνεια. Φωτογραφίζει, σε πολιτικό επίπεδο, ένα πλέγμα όπου η γνώση της απάτης φέρεται να συνυπάρχει με τη διαχείρισή της, ο μεσάζοντας με την ανοχή, η κομματική εγγύτητα με τη διοικητική «τακτοποίηση».
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα: όταν η κοινωνία ακούει ότι κάποιοι «καθαρίστηκαν», δεν ακούει απλώς μία λέξη της αργκό. Ακούει την υποψία ότι το κράτος δεν λειτούργησε ως κράτος, αλλά ως προστατευτικός μηχανισμός των δικών του.
ΙΙ. Μηχανισμός
Αν απογυμνώσει κανείς την υπόθεση από τα πρόσωπα και κρατήσει μόνο τη δομή της, το σχήμα είναι ανατριχιαστικά γνώριμο.
Πρώτα εμφανίζεται η κομπίνα. Έπειτα εμφανίζονται οι ωφελούμενοι. Μετά, ο μεσάζοντας. Κατόπιν, κάποιος με πολιτική ή διοικητική πρόσβαση που δεν ζητά έλεγχο, δεν ζητά κάθαρση, δεν ζητά απόδοση ευθυνών, αλλά φέρεται να ζητά «διευθέτηση». Και στο τέλος, ο οργανισμός που θα έπρεπε να προστατεύει το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα καταγγέλλεται ότι λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης του σκανδάλου, όχι ως μηχανισμός αποκάλυψής του.
Αυτός είναι ο πυρήνας του μηχανισμού που καταστρέφει θεσμούς: η παρανομία δεν αντιμετωπίζεται ως κίνδυνος, αλλά ως υλικό εσωτερικής διαχείρισης. Δεν απομονώνεται. Ιεραρχείται. Δεν τιμωρείται. Ζυγίζεται με πολιτικά μέτρα. Δεν ερευνάται μέχρι τέλους. Σπρώχνεται εκεί όπου βολεύει.
Και τότε ο πολίτης καταλαβαίνει κάτι πολύ πιο βαρύ από μία μεμονωμένη υπόθεση: ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος άπλωσε το χέρι στο χρήμα. Το πρόβλημα είναι ποιος άπλωσε το χέρι πάνω στον ίδιο τον έλεγχο.
Όπου υπάρχει μεσάζοντας, υπάρχει δίκτυο. Όπου υπάρχει «καθάρισμα», υπάρχει πρόσβαση. Όπου υπάρχει προστασία, υπάρχει πυραμίδα ισχύος. Και όπου το ευρωπαϊκό χρήμα αντιμετωπίζεται σαν λάφυρο μικροπολιτικής πελατείας, δεν μιλάμε για διοικητική δυσλειτουργία. Μιλάμε για κουλτούρα λεηλασίας.
ΙΙΙ. Θεσμική ευθύνη
Η πολιτική ευθύνη εδώ δεν εξαντλείται στο ερώτημα αν ένας ισχυρισμός θα επιβεβαιωθεί λέξη προς λέξη. Η πολιτική ευθύνη γεννιέται ήδη από το γεγονός ότι τέτοιες καταγγελίες μπορούν να διατυπώνονται με τόση φυσικότητα, τόση οικειότητα, τόση βεβαιότητα, ώστε να ακούγονται σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας σχεδόν αναμενόμενες.
Αυτό είναι το πραγματικό κατηγορητήριο: όχι μόνο τι ίσως έγινε, αλλά τι περιβάλλον χτίστηκε ώστε να μοιάζει πιθανό ότι έγινε.
Αν πολιτικά γραφεία, κομματικά στελέχη, διοικήσεις οργανισμών και διαχειριστές πόρων λειτουργούν μέσα σε μια ατμόσφαιρα ατιμωρησίας, τότε η θεσμική ζημιά δεν είναι λογιστική. Είναι δημοκρατική. Ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους. Ο έντιμος παραγωγός, ο καθαρός δικαιούχος, ο φορολογούμενος που δεν έχει προσβάσεις, αντιλαμβάνεται ότι δεν συμμετέχει σε κράτος δικαίου αλλά σε αγορά γνωριμιών.
Και τότε η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ παύει να αφορά μόνο έναν οργανισμό. Αγγίζει την ίδια την εικόνα της χώρας απέναντι στο δημόσιο χρήμα, απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, απέναντι στην κοινωνία που πληρώνει και βλέπει πάντα τους ίδιους να περνούν από τις χαραμάδες του συστήματος.
Η δε επίκληση της άγνοιας δεν αρκεί. Σε τέτοιες υποθέσεις, η άγνοια δεν αθωώνει πολιτικά. Ενοχοποιεί διοικητικά. Γιατί είτε ήξερες είτε δεν ήξερες, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο καταστροφικό: ένα σύστημα που είτε προστάτευσε είτε δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη βρόμα μέσα στα σωθικά του.
IV. Αίτημα
Το αίτημα δεν μπορεί να είναι ένα ακόμα επικοινωνιακό «θα τα δούμε όλα». Ούτε μία βιαστική κομματική διάψευση. Ούτε μία παράσταση αγανάκτησης μπροστά στις κάμερες.
Απαιτείται πλήρης θεσμικός φωτισμός:
να ανοίξουν οι φάκελοι,
να ελεγχθούν οι διαδρομές,
να αποσαφηνιστούν οι παρεμβάσεις,
να ειπωθεί καθαρά ποιος ήξερε, πότε ήξερε, τι έκανε και ποιοι ωφελήθηκαν.
Αν οι καταγγελίες είναι ψευδείς, να συντριβούν με ντοκουμέντα.
Αν περιέχουν αλήθεια, να μη θαφτούν μέσα σε διοικητικές σιωπές και πολιτικές πλάτες.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι απλώς να εντοπιστούν κάποιοι «ένοχοι». Το ζήτημα είναι να διαπιστωθεί αν λειτούργησε μηχανισμός. Και αν λειτούργησε, τότε δεν αρκεί η πτώση ενός προσώπου. Χρειάζεται αποξήλωση ολόκληρης της αρχιτεκτονικής που επιτρέπει στο πελατειακό κράτος να ντύνεται διοίκηση, έλεγχος και νομιμότητα.
Η χώρα δεν καταρρέει μόνο από τα μεγάλα λόγια. Καταρρέει από τα μικρά «καθαρίστε το», από τις χαμηλόφωνες συνεννοήσεις, από τα τηλέφωνα που δεν καταγράφονται αλλά όλα τα μετακινούν. Εκεί σαπίζει η Δημοκρατία: όχι μόνο στο κλεμμένο χρήμα, αλλά στην πεποίθηση ότι πάντα θα βρεθεί ένας μηχανισμός να ξεπλύνει τους δικούς του.

