Σχεδόν 3 δισ. ευρώ οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί ρεύματος – Έως 5,93 λεπτά ανά κιλοβατώρα εκτιμά η ΡΑΑΕΥ ότι μεταφέρεται εμμέσως στους συνεπείς καταναλωτές
Στην Ελλάδα η συνέπεια δεν επιβραβεύεται. Τιμωρείται.
Ο πολίτης που περιορίζει την κατανάλωση, κόβει από βασικές ανάγκες και πληρώνει εμπρόθεσμα τον λογαριασμό του, κινδυνεύει να επιβαρύνεται και με μέρος των χρεών εκείνων που άφησαν πίσω τους ανεξόφλητες οφειλές.
Η ετήσια έκθεση της ΡΑΑΕΥ για τη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αποκαλύπτει μια πραγματική βόμβα: τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους παρόχους πλησιάζουν τα 2,98 δισ. ευρώ.
Και επειδή στην περίφημη «ελεύθερη αγορά» κανένα κόστος δεν εξαφανίζεται, οι επισφάλειες ενσωματώνονται εμμέσως στις τιμές. Όχι ως ξεχωριστή χρέωση, ώστε να γνωρίζει ο καταναλωτής τι ακριβώς πληρώνει, αλλά μέσα στην τελική τιμολογιακή πολιτική των εταιρειών.
Η ΡΑΑΕΥ υπολογίζει αυτή την επιβάρυνση σε:
- 3,041 λεπτά ανά κιλοβατώρα από παλαιές οφειλές.
- 2,89 λεπτά ανά κιλοβατώρα από τρέχουσες οφειλές.
- 5,931 λεπτά ανά κιλοβατώρα συνολικά.
Αν η εκτίμηση αυτή αποτυπωνόταν πλήρως σε ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 300 κιλοβατώρες τον μήνα, θα αντιστοιχούσε σε περίπου 17,80 ευρώ μηνιαίως ή περισσότερα από 213 ευρώ τον χρόνο.
Με απλά λόγια: πλήρωνε στην ώρα σου, για να πληρώνεις ακριβότερα.
Τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις στο κέντρο της κρίσης
Από τα σχεδόν 3 δισ. ευρώ των ληξιπρόθεσμων οφειλών, περίπου 2,1 δισ. ευρώ αφορούν παροχές χαμηλής τάσης, στις οποίες είναι συνδεδεμένα τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις.
Οι οφειλές των νοικοκυριών φτάνουν τα 710 εκατ. ευρώ, ενώ περίπου 819 εκατ. ευρώ προέρχονται από εμπορικές, βιομηχανικές και άλλες μικρές επιχειρήσεις.
Στη μέση τάση καταγράφονται χρέη περίπου 683,79 εκατ. ευρώ, ενώ στην υψηλή τάση οι οφειλές ανέρχονται σε 214,3 εκατ. ευρώ.
Τα ποσά δεν περιγράφουν απλώς «κακοπληρωτές». Πίσω τους βρίσκονται και χιλιάδες νοικοκυριά που δεν άντεξαν την ακρίβεια, μικρές επιχειρήσεις που πνίγονται από το λειτουργικό κόστος και επαγγελματίες που καλούνται να επιλέξουν ποια υποχρέωση θα αφήσουν απλήρωτη.
Η κυβέρνηση, επομένως, δεν μπορεί να κρύψει ολόκληρο το πρόβλημα πίσω από την εύκολη ταμπέλα του ασυνεπούς πελάτη. Όταν τα χρέη πλησιάζουν τα 3 δισ. ευρώ, δεν υπάρχει μόνο ζήτημα εισπραξιμότητας. Υπάρχει και βαθιά κοινωνική αδυναμία πληρωμής.
Το πάρτι του «ενεργειακού τουρισμού»
Από τα 2,98 δισ. ευρώ, περίπου 1,53 δισ. ευρώ αφορούν καταναλωτές που εγκατέλειψαν τον πάροχο στον οποίο άφησαν το χρέος.
Περισσότερο από το μισό συνολικό «φέσι» βρίσκεται, δηλαδή, σε παλιά χαρτοφυλάκια πελατών. Η είσπραξή του είναι εξαιρετικά δύσκολη και το κόστος μετατρέπεται σε επισφάλεια για τις εταιρείες.
Πρόκειται για τον αποκαλούμενο «ενεργειακό τουρισμό»: ο καταναλωτής αφήνει χρέος, αλλάζει πάροχο και συνεχίζει αλλού, ενώ η παλιά οφειλή παραμένει πίσω.
Η αλλαγή προμηθευτή αποτελεί δικαίωμα και απαραίτητο στοιχείο του ανταγωνισμού. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως μηχανισμός εξαφάνισης χρεών ούτε ως όχημα μεταφοράς του κόστους στους συνεπείς πολίτες.
Το εξοργιστικό είναι ότι οι πρώτες κυβερνητικές ανακοινώσεις για αλλαγές στον Κώδικα Προμήθειας έγιναν από την άνοιξη του 2024. Δύο χρόνια αργότερα, το αποτελεσματικό πλαίσιο για τον περιορισμό του φαινομένου εξακολουθεί να μην έχει εφαρμοστεί.
Οι κυβερνητικές εξαγγελίες έμειναν στα συρτάρια. Τα χρέη, όμως, πέρασαν στα τιμολόγια.
Η μαύρη τρύπα της Καθολικής Υπηρεσίας
Ξεχωριστή πληγή αποτελεί η Καθολική Υπηρεσία, ο μηχανισμός μέσω του οποίου ηλεκτροδοτούνται καταναλωτές χωρίς ενεργή σύμβαση προμήθειας.
Εκεί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φτάνουν τα 421,52 εκατ. ευρώ, περίπου το 14,2% του συνολικού χρέους της αγοράς.
Μόλις 108,64 εκατ. ευρώ αφορούν πελάτες που παραμένουν στον ίδιο πάροχο. Τα υπόλοιπα 312,89 εκατ. ευρώ είναι παλιές οφειλές καταναλωτών που έχουν ήδη μετακινηθεί.
Η θέσπιση ανώτατης παραμονής τεσσάρων μηνών φαίνεται ότι περιόρισε το πρόβλημα: το 2025 οι πελάτες της Καθολικής Υπηρεσίας μειώθηκαν κατά 50,8% και η κατανάλωσή τους κατά 28,34%. Η συσσωρευμένη τρύπα, ωστόσο, παραμένει.
Ο συνεπής καταναλωτής, ο μόνιμος χρηματοδότης
Οι εταιρείες προμήθειας υποστηρίζουν ότι η πραγματική επιβάρυνση είναι μικρότερη από την εκτίμηση της ΡΑΑΕΥ. Αναγνωρίζουν, όμως, ότι οι ανεξόφλητες οφειλές αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και τις επισφάλειες.
Και ποιος βρίσκεται στο τέλος της αλυσίδας;
Ο ίδιος άνθρωπος που πληρώνει πάντα: ο συνεπής καταναλωτής.
Αυτός που πληρώνει φόρους για εκείνους που φοροδιαφεύγουν. Ασφαλιστικές εισφορές για ένα σύστημα που καταρρέει. Και τώρα ακριβότερη κιλοβατώρα για μια αγορά που επί χρόνια λειτουργεί με χρέη δισεκατομμυρίων και θεσμικές τρύπες.
Η πολιτεία οφείλει να ξεχωρίσει τον στρατηγικό κακοπληρωτή από το νοικοκυριό που πραγματικά δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Να προστατεύσει τους ευάλωτους, να σταματήσει τη μεταφορά χρεών μεταξύ παρόχων και να επιβάλει πλήρη διαφάνεια για το κόστος των επισφαλειών.
Διαφορετικά, το μήνυμα προς την κοινωνία είναι κυνικό και ξεκάθαρο:
Να είσαι συνεπής, για να συνεχίσουν όλοι οι υπόλοιποι να φορτώνουν τα δικά τους χρέη στη δική σου πλάτη.

