Ένας στους τρεις πτυχιούχους εργάζεται σε θέση που δεν απαιτεί ανώτατες σπουδές – Πανεπιστημιακά τμήματα διατηρούνται με ελάχιστους φοιτητές, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει σε χαρτιά αντί για πραγματικές επαγγελματικές προοπτικές
Η Ελλάδα κατάφερε να μετατρέψει το πανεπιστημιακό πτυχίο από διαβατήριο κοινωνικής ανόδου σε ένα ακόμη απαραίτητο χαρτί για την αναζήτηση μιας οποιασδήποτε δουλειάς.
Χιλιάδες νέοι αφιερώνουν τέσσερα, πέντε ή και περισσότερα χρόνια στις σπουδές τους, οι οικογένειές τους πληρώνουν ενοίκια, λογαριασμούς, μετακινήσεις και φροντιστήρια και, στο τέλος, ένα μεγάλο μέρος των αποφοίτων καταλήγει να εργάζεται σε θέσεις που δεν απαιτούν καν πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Το 2024, το 33% των εργαζόμενων πτυχιούχων στην Ελλάδα απασχολούνταν σε επαγγέλματα κατώτερα από το επίπεδο των σπουδών του. Ένας στους τρεις. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 21,3%.
Δεν μιλάμε για ανέργους που περιμένουν ακόμη την πρώτη τους ευκαιρία. Μιλάμε για ανθρώπους που εργάζονται, αλλά το πτυχίο τους δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα στη θέση που κατέχουν και, φυσικά, ούτε στον μισθό που λαμβάνουν.
Από υπόσχεση ζωής, ένα πληθωρισμένο χαρτί
Πριν από μερικές δεκαετίες, το πανεπιστημιακό πτυχίο ήταν σπάνιο. Ο γιατρός, ο μηχανικός, ο εκπαιδευτικός, ο οικονομολόγος και ο δικηγόρος μπορούσαν να προσδοκούν ότι οι κόποι των σπουδών τους θα οδηγούσαν σε επαγγελματική αποκατάσταση και σε μια καλύτερη ζωή.
Αυτή ήταν η μεγάλη κοινωνική συμφωνία: σπούδασε, προσπάθησε, κουράσου και η κοινωνία θα ανταμείψει τη γνώση σου.
Η υπόσχεση έμεινε. Οι όροι, όμως, άλλαξαν.
Οι πανεπιστημιακές σχολές πολλαπλασιάστηκαν, τα ΤΕΙ βαφτίστηκαν πανεπιστήμια, νέα τμήματα δημιουργήθηκαν σε κάθε γωνιά της χώρας και η απόκτηση ενός τίτλου σπουδών παρουσιάστηκε περίπου ως αυτονόητη συνέχεια του σχολείου.
Η οικονομία, όμως, δεν αναπτύχθηκε με τον ίδιο ρυθμό. Δεν δημιουργήθηκαν αρκετές ποιοτικές θέσεις εργασίας, δεν ενισχύθηκε η παραγωγική βάση και δεν σχεδιάστηκε κάποια σοβαρή σύνδεση ανάμεσα στις σπουδές και στις πραγματικές ανάγκες της χώρας.
Έτσι, παράγουμε συνεχώς περισσότερα πτυχία, χωρίς να παράγουμε τις δουλειές που θα μπορούσαν να τα αξιοποιήσουν.
Το κράτος υπόσχεται – το παιδί αναλαμβάνει όλο το ρίσκο
Στα 18 του, ο νέος ακούει ότι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο είναι επιτυχία. Η οικογένεια πανηγυρίζει, η τοπική κοινωνία χειροκροτεί και το υπουργείο ανακοινώνει χιλιάδες «ευκαιρίες» για σπουδές.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο απόφοιτος ανακαλύπτει ότι το πτυχίο του δεν οδηγεί σε εργασία, το ίδιο σύστημα του εξηγεί ότι δεν προσαρμόστηκε αρκετά.
Του προτείνει να αποκτήσει μεταπτυχιακό. Μετά δεύτερο μεταπτυχιακό. Ίσως ένα ακόμη πτυχίο. Μερικές πιστοποιήσεις, ξένες γλώσσες, σεμινάρια και, αν αντέχει οικονομικά και ψυχολογικά, ένα διδακτορικό.
Η κρατική υπόσχεση μετατρέπεται αθόρυβα σε προσωπική αποτυχία.
Το πανεπιστήμιο απονέμει τον τίτλο και θεωρεί ότι ολοκλήρωσε την αποστολή του. Το υπουργείο καταγράφει ακόμη έναν πτυχιούχο. Ο πολιτικός δηλώνει ότι «στήριξε τη δημόσια παιδεία». Και ο νέος μένει μόνος, με ένα βιογραφικό γεμάτο προσόντα και έναν μισθό που συχνά δεν επαρκεί ούτε για την ανεξάρτητη διαβίωσή του.
Τέσσερις φοιτητές, δεκαέξι μέλη ΔΕΠ
Η εικόνα στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στο Καρλόβασι της Σάμου, είναι αποκαλυπτική. Φέτος εισήχθησαν μόλις τέσσερις νέοι φοιτητές, ενώ το Τμήμα διαθέτει δεκαέξι μέλη Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού.
Η απάντηση απέναντι στην κατάρρευση της ζήτησης δεν ήταν μια συνολική αξιολόγηση της δομής, του κόστους, του προγράμματος και των προοπτικών της. Η λύση που προωθήθηκε ήταν η ένταξη του Τμήματος και στο τέταρτο επιστημονικό πεδίο, ώστε να μπορεί να αντλεί υποψηφίους από μεγαλύτερη δεξαμενή.
Δηλαδή, αντί το κράτος να εξετάσει εάν το συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργεί, αναζητά περισσότερα παιδιά για να γεμίσει τις άδειες θέσεις.
Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία των Μαθηματικών, της Φιλοσοφίας, της Ιστορίας ή των βασικών επιστημών. Η επιστημονική αξία ενός αντικειμένου, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε διοικητική δομή που φέρει το όνομά του πρέπει να λειτουργεί χωρίς αξιολόγηση και χωρίς να λογοδοτεί για το αποτέλεσμα.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι επιχείρηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι και απέραντο πεδίο σπατάλης, πολιτικών εξυπηρετήσεων και τοπικών ισορροπιών.
Η βιομηχανία των τίτλων
Γύρω από την απαξίωση του πρώτου πτυχίου δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία πρόσθετων τίτλων.
Το Δημόσιο μοριοδοτεί μεταπτυχιακά, διδακτορικά και δεύτερα πτυχία, μετατρέποντας τη γνώση σε έναν τυποποιημένο τιμοκατάλογο μορίων. Σε προσλήψεις εποχικού προσωπικού, ένα μεταπτυχιακό αποδίδει 70 μονάδες, ένα διδακτορικό 150 και ένας δεύτερος τίτλος 30.
Η συνάφεια, η ποιότητα και η πραγματική χρησιμότητα συχνά περνούν σε δεύτερη μοίρα. Εκείνο που μετρά είναι το χαρτί.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας ατελείωτος αγώνας εξοπλισμών. Χωρίς μεταπτυχιακό δεν ξεχωρίζεις. Με ένα μεταπτυχιακό δεν αρκείς. Με δύο τίτλους ανακαλύπτεις ότι ο διπλανός έχει τρεις.
Οι νέοι πληρώνουν, τα πανεπιστήμια και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα εισπράττουν και η αγορά εργασίας συνεχίζει να προσφέρει μισθούς που δεν αντιστοιχούν ούτε στον χρόνο ούτε στο κόστος των σπουδών.
Εκπαιδεύουμε νέους για να τους χαρίζουμε στο εξωτερικό
Όσοι δεν συμβιβάζονται με τη μόνιμη υποαπασχόληση παίρνουν τον δρόμο της φυγής.
Η Ελλάδα πληρώνει για τη μόρφωσή τους, οι οικογένειές τους επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του κόστους και, όταν φτάνει η στιγμή να αποδώσουν επαγγελματικά, άλλες χώρες αξιοποιούν τις γνώσεις, την παραγωγικότητα και τους φόρους τους.
Οι νέοι αυτοί δεν αποκτούν ξαφνικά μεγαλύτερη αξία μόλις περάσουν τα σύνορα. Απλώς βρίσκονται σε οικονομίες που γνωρίζουν να αναγνωρίζουν και να πληρώνουν τα προσόντα τους.
Στην Ελλάδα μάθαμε να χρηματοδοτούμε την απόκτηση του πτυχίου. Δεν μάθαμε να δημιουργούμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο πτυχιούχος θα μπορούσε να ζήσει αξιοπρεπώς από αυτό.
Το μεγάλο άλλοθι
Ο πληθωρισμός των πτυχίων εξυπηρετεί πολλούς.
Οι κυβερνήσεις εμφανίζουν αυξημένη πρόσβαση στην εκπαίδευση. Οι πανεπιστημιακές διοικήσεις προστατεύουν τμήματα και θέσεις. Οι τοπικοί πολιτικοί υπερασπίζονται σχολές που συντηρούν ενοίκια, καταστήματα και μικρές τοπικές οικονομίες. Όλοι δηλώνουν ότι υπηρετούν τη νέα γενιά.
Μόνο που κανείς δεν ρωτά τη νέα γενιά τι απομένει στο τέλος.
Το πανεπιστήμιο οφείλει να προσφέρει γνώση, καλλιέργεια και επιστημονική συγκρότηση. Το κράτος, όμως, οφείλει να λέει την αλήθεια. Δεν μπορεί να παρουσιάζει κάθε θέση εισαγωγής ως εγγύηση επαγγελματικής αποκατάστασης και, όταν η υπόσχεση καταρρέει, να κατηγορεί το παιδί επειδή «δεν προσαρμόστηκε».
Η χώρα δεν χρειάζεται περισσότερα απαξιωμένα πτυχία. Χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση των πανεπιστημιακών δομών, ενίσχυση των σχολών που έχουν πραγματικό επιστημονικό και κοινωνικό έργο, γενναία επαγγελματική εκπαίδευση και, κυρίως, μια οικονομία ικανή να δημιουργεί θέσεις υψηλής ειδίκευσης.
Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να μοιράζουμε τίτλους, να εξάγουμε επιστήμονες και να προσλαμβάνουμε πτυχιούχους για δουλειές που δεν απαιτούν πτυχίο.
Και όταν έρθει ξανά ο λογαριασμός, θα κάνουμε αυτό που γνωρίζει καλύτερα το ελληνικό σύστημα: θα τον στείλουμε στα παιδιά.

