Το 1995, το 1% της άγνωστης τότε Amazon προσφερόταν περίπου όσο ένα διαμέρισμα. Σήμερα η θεωρητική του αξία αγγίζει τα 26 δισ. δολάρια.
Σήμερα η Amazon αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους στον κόσμο. Το 1995, όμως, ήταν απλώς μια αβέβαιη ιδέα μέσα σε μια μικρή αποθήκη βιβλίων στο Σιάτλ.
Ο Τζεφ Μπέζος προσπαθούσε τότε να πείσει επενδυτές ότι κάποια ημέρα οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο για να αγοράζουν προϊόντα. Και όχι μόνο δεν τον πίστευαν, αλλά αρκετοί δυσκολεύονταν ακόμη και να καταλάβουν τι ακριβώς ήταν το ίντερνετ.
Η ιστορία της πρώτης χρηματοδότησης της Amazon αποτελεί σήμερα ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα χαμένης επιχειρηματικής ευκαιρίας.
Ένα εκατομμύριο δολάρια και δεκάδες κλειστές πόρτες
Ο Μπέζος αναζητούσε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη της εταιρείας. Η Amazon αποτιμούνταν τότε γύρω στα πέντε εκατομμύρια δολάρια, ενώ μια επένδυση περίπου 50.000 δολαρίων αντιστοιχούσε σε συμμετοχή κοντά στο 1%.
Για να συγκεντρώσει το ποσό, πραγματοποίησε περίπου 60 συναντήσεις με υποψήφιους επενδυτές. Οι 40 απάντησαν αρνητικά.
Δεν επρόκειτο για ανθρώπους που απέρριψαν επιπόλαια την πρόταση. Άκουσαν το σχέδιο, έθεσαν ερωτήσεις και υπολόγισαν τους κινδύνους. Απλώς δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ένα ηλεκτρονικό κατάστημα βιβλίων θα εξελισσόταν σε έναν παγκόσμιο κολοσσό.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν έξυπνα κινητά, γρήγορες συνδέσεις ή η σημερινή εξοικείωση με τις διαδικτυακές πληρωμές. Η πληκτρολόγηση των στοιχείων μιας πιστωτικής κάρτας σε μια ιστοσελίδα προκαλούσε περισσότερο φόβο παρά προσδοκία.
Η Amazon δεν προσπαθούσε απλώς να κερδίσει πελάτες από τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία. Επιχειρούσε να δημιουργήσει έναν τρόπο αγοράς που ουσιαστικά δεν υπήρχε.
Ο ίδιος προειδοποιούσε ότι πιθανότατα θα αποτύχει
Ο Μπέζος δεν παρουσίαζε την επένδυση ως βέβαιη επιτυχία. Αντίθετα, ενημέρωνε τους ενδιαφερομένους ότι υπήρχε πιθανότητα περίπου 70% να χάσουν ολόκληρο το κεφάλαιό τους.
Ζητούσε, δηλαδή, 50.000 δολάρια για μια εταιρεία χωρίς καταστήματα, χωρίς ιστορικό κερδών, χωρίς αναγνωρίσιμο εμπορικό σήμα και χωρίς εγγυημένο κοινό. Και ταυτόχρονα παραδεχόταν ότι το πιθανότερο σενάριο ήταν η αποτυχία.
Με αυτά τα δεδομένα, τα 40 «όχι» δεν ήταν παράλογα. Ήταν η αναμενόμενη αντίδραση ανθρώπων που αξιολογούσαν ένα πρωτόγνωρο επιχειρηματικό μοντέλο με τα εργαλεία και τις εμπειρίες της εποχής τους.
Μόνο που οι μεγάλες ανατροπές δεν αναγνωρίζονται εύκολα όταν ξεκινούν. Φαίνονται παράξενες, υπερβολικά ριψοκίνδυνες και, αρκετές φορές, εντελώς ακατανόητες.
Από τα 50.000 στα… 26 δισ. δολάρια
Με βάση τη σημερινή χρηματιστηριακή αξία της Amazon, ένα αδιαίρετο ποσοστό 1% θα αποτιμούνταν θεωρητικά περίπου στα 26 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο συγκεκριμένος υπολογισμός είναι περισσότερο συμβολικός παρά πραγματικός. Οι συμμετοχές των πρώτων επενδυτών περιορίστηκαν από τους μεταγενέστερους γύρους χρηματοδότησης και τις νέες εκδόσεις μετοχών. Επιπλέον, ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να κρατήσουν ανέπαφη μια τέτοια επένδυση επί τρεις δεκαετίες, χωρίς να πουλήσουν ούτε ένα μέρος της.
Ακόμη όμως και μετά από σημαντική απομείωση του αρχικού ποσοστού, η απόδοση θα παρέμενε ασύλληπτη. Μια επιταγή 50.000 δολαρίων θα μπορούσε να έχει μετατραπεί σε περιουσία πολλών δισεκατομμυρίων.
Δεν είναι κάθε παράξενη ιδέα μια νέα Amazon
Το συμπέρασμα της ιστορίας δεν είναι ότι κάθε νεοφυής επιχείρηση αξίζει χρηματοδότηση ούτε ότι οι επενδυτές πρέπει να μοιράζουν χρήματα σε οποιονδήποτε υπόσχεται πως θα αλλάξει τον κόσμο.
Οι περισσότερες επιχειρηματικές προσπάθειες πράγματι αποτυγχάνουν. Ο ίδιος ο Μπέζος έχει παραδεχθεί ότι, κοιτάζοντας πίσω, ακόμη και η πρόβλεψή του για πιθανότητα αποτυχίας 70% ίσως ήταν υπερβολικά αισιόδοξη.
Το πραγματικό δίδαγμα βρίσκεται αλλού: άλλο πράγμα είναι να απορρίπτεις μια ιδέα επειδή μελέτησες τα δεδομένα και άλλο επειδή δεν καταλαβαίνεις την τεχνολογία πάνω στην οποία στηρίζεται.
Οι 40 άνθρωποι που είπαν «όχι» δεν μπορούσαν να δουν το μέλλον. Το ίδιο, άλλωστε, ίσχυε και για εκείνους που είπαν «ναι». Η διαφορά είναι ότι οι δεύτεροι αποφάσισαν να πληρώσουν για την πιθανότητα να κάνει λάθος ολόκληρη η εποχή τους.
Και αυτή η πιθανότητα αποδείχθηκε τελικά η ακριβότερη χαμένη ευκαιρία για τους πρώτους και η επένδυση μιας ζωής για τους δεύτερους.

